27.12.09

Κάθομαι από χθες μπροστά στον καθρέφτη, μήπως και καταφέρω να ξεμπερδέψω τα μαλλιά μου, αλλά δε μπορώ. Αντί γι’ αυτό βλέπω στο πρόσωπο μου τα σημάδια της μάσκας που φορούσατε τόσο καιρό όλοι εσείς και που θα έπρεπε να έχει σημαδέψει τα δικά σας θαμπά από τα ψ έ μ μ α τ α πρόσωπα. Δεν αναρωτιέμαι όμως. Ούτε κι εσύ μην αναρωτηθείς. Θα έρθει ο καιρός, θα φτάσει η ώρα. Πάντα έτσι συμβαίνει, απλά τώρα ούτε που το φαντάζεσαι. Πέφτουν άλλωστε όλα τα προσωπεία κι αυτό είναι μόνο το πρώτο βήμα στο μονοπάτι της διάβρωσης μας. Σύννεφα οι λέξεις και τα χαμόγελα καμιά φορά. Ευτυχώς όχι πάντα. Προς το παρόν ας βυθιστούμε όλοι στο μύθο της άγνοιας μας. Βαυκαλιστείτε κι εσείς όσο θέλετε με την ι δ έ α πως είστε κάτι άλλο. Η προσγείωση ξέρεις ποτέ δεν αργεί. Μέχρι να ‘ρθει όμως οι άνθρωποι γίνονται λίγο χειρότεροι ή πολύ χειρότεροι. Μπορεί άλλωστε και να ήταν από πριν. Τι σημασία έχει; Γελάω πολύ με το λίγο που σας έχει μείνει και αλήθεια αν μπορούσα να σας κάνω πιο μεγάλους θα σας έκανα. Μουτζούρες σε λευκά χαρτιά μοιάζετε μόνο. Κρίμα που βιάστηκα να μη κοιτάξω πίσω από τα κλεμμένα στέμματα σας. Κρατήστε τις αυλές και χιλιοασφαλίστε τους σάπιους θρόνους σας. Είμαι εδώ και σας έχω δει καιρό τώρα. Το γνωρίζετε ήδη. Ήθελα μόνο να παίξω το παιχνίδι σας, μήπως και καταλάβω πώς ένα μηδενικό μπορεί να φτάσει το άπειρο. Και ξέρεις κάτι; Το άπειρο δεν έχει τέλος. Ούτε και το πόσο μεγάλα μηδενικά μπορούν να γίνουν κάποιοι άνθρωποι.

11.12.09

Όσα ταξίδια και να κάνεις ξέρεις καλά ότι δε πρόκειται ποτέ να με φτάσεις. Με παρασύρω να μην α ι σ θ ά ν ο μ α ι. Κι έπειτα είναι κάτι βράδια που όσα χρώματα και να φορέσεις, όσα χαμόγελα και να αναγκάσεις, δυστυχώς δε μπορώ να δω τίποτα άλλο, πάρα αυτό που δε διάλεξα. Σιγοπερπάτησα και χθες, μα δε με είδες. Ξέρεις πως είναι να κοιτάζεις και να μη βλέπεις; Σε κάθε β ή μ α έσβηνα και μιαν ανάμνηση. Το υπολόγισα και νομίζω ότι αν σε σβήνω μία φορά κάθε μέρα για όσες μέρες σε συλλαβίζω, θα χρειαστεί να μετρήσω τις περσινές φράουλες κι ύστερα θα πεθάνουν όλα. Ε ύ κ ο λ ο μοιάζει. Δε χρειάζεται να βάλεις το ταβάνι σου να ρωτήσει τίποτα από δω κι εμπρός. Είναι περιττό να εξηγήσω πάλι κι ακόμα πιο περιττό να εκπλήσσεσαι και να προσπαθείς να μη θέλεις. Τώρα μπορώ μονάχα να θαυμάζω π ό σ ο ε π ι δ έ ξ ι α κατάφερα να με αλλοιώσεις. Τα ψέματα είναι απλά, στο ξαναείπα πριν 4 αιώνες, αλλά δε μ’ άκουσες και έκανες ότι παραξενεύεσαι. Δύο δωμάτια και δύο κλικ φτάνουν για ν’ αγγίξεις όσα ήδη γνωρίζεις, πριν αναστηθείς. Μετά από τόσα βράδια ξέρω καλά, πως όταν γυρνάς από την άλλη και ξεροβήχεις, είναι γιατί μου έχεις πει ακόμα ένα όχιψέμα, αλλά δε θέλω να το καταλάβεις. Περιττές αλήθεια οι χιλιοειπωμένες λέξεις μετά από τόσες σάπιες και θυμωμένες από τα χρόνια φράουλες. Ποτέ άλλωστε δε φτάνουν για ν’ αγγίξουν καμιά δειλή πραγματικότητα που δεν αντέχεις να παραδεχθείς. Η Αλίκη είπε ότι δε μου ταιριάζει το φόρεμα που μου διάλεξες. Κι εγώ τις είπα πως κι αν ακόμα μου ταίριαζε δε θα μπορούσα να το φορέσω, γιατί τη μία ήταν μεγάλο και την άλλη μικρό. Α β λ α β ε ί ς κάποιες λίγες αλλαγές. Αθέατες ίσως για σένα, όπως όλα όσα κρύβεις. Δύσκολο όμως να αλλάζεις ρούχα και προσωπεία κάθε τόσο. Θυμάμαι που μου έλεγες ότι προέχει πάντα ο καθρέφτης μας κι εγώ δε σε πίστευα. Τώρα το ξέρω. Έτσι σωπαίνει η ζωή για σένα. Νέες διαστάσεις και νέες μ ά σ κ ε ς. Νέες οδοί διαφυγής. Φτάνει συχνά μια ανάγκη φυγής πριν την τελευταία λήψη. Συγγνώμη αν σε χτύπησα. Οριστικά έκλεισα την ομπρέλα μου.

5.12.09

Άνοιξα ένα βιβλίο που σου έκλεψα πριν 2 αιώνες και σίγουρα ακόμα το ψάχνεις. Στη σελίδα 44 βρήκα γραμμένο το πιο μεγάλο ψέμα που μου είπες ποτέ. Το ξ α ν α δ ι ά β α σ α και γέλασα τόσο, που νόμιζα ότι θα σταματήσει η αναπνοή μου. Πως ήσουν και πως έγινες έτσι; Είναι δύσκολο να βλέπεις τους ανθρώπους στις νέες τους διαστάσεις, ειδικά όταν φαίνονται μ ι κ ρ ό τ ε ρ ο ι στα μάτια σου. Έχω την αίσθηση, πως είναι σα να προσπαθείς να περπατήσεις και να σκοντάφτεις συνεχώς. Στη σελίδα 48 πετάχτηκε το ψάρι σου και άρχισε να με ρωτάει για τη ζωή του και το θ ά ν α τ ο του. Θυμάμαι πολύ καλά ότι το είχα σκοτώσει και δεν μπορώ να καταλάβω πως στο διάολο α ν α σ τ ή θ η κ ε. Δε θέλω τίποτα που να σε θυμίζει, γι' αυτό ελπίζω αυτή τη φορά να αποφασίσει να πεθάνει μόνο του. Όχι, δε το λυπάμαι. Ξέχασα να μετράω λύπες. Στη σελίδα 62 υπάρχει ένας λεκές από καφέ. Απαρατήρητες λεπτομέρειες θα πεις. Όμως κάτι τέτοια σημάδια δε φεύγουν όσο και να τα πλύνεις. Α δε σου είπα, μου πήραν ένα κόκκινο, τεράστιο, μαλακό μαξιλάρι και κάθομαι πάνω του όλη μέρα. Προσπαθώ να αντιληφθώ το ακατανόητο. Το ξέρεις ότι σιχαίνομαι το κόκκινο. Ε ι σ β ά λ ε ι στο οπτικό μου πεδίο θέλω δε θέλω. Δε μου αρέσουν οι εισβολείς. Δε μου αρέσει κανένας που έ ρ χ ε τ α ι και φεύγει με το έτσι θέλω. Θα το α γ α π ο ύ σ ε ς αυτό το μαξιλάρι. Θα μου το έκλεβες σίγουρα, κι ύστερα θα στο έπαιρνα πάλι πίσω κρυφά και θα γ ε λ ο ύ σ α μ ε όλο το βράδυ με αυτές τις χαζομάρες. Καλύτερα που δε το γνώρισες γιατί θα έπρεπε να το κάνω κομματάκια. Δε θέλω να μοιράζομαι τίποτα μαζί σου. Θυμήσου σε παρακαλώ φ ε ύ γ ο ν τ α ς να κλείσεις την πόρτα και να αφήσεις όλα τα πράγματα που μετρήσαμε τόσα χρόνια. Αμήχανα πολύ τα τελευταία αγκαλιάσματα –δε νομίζεις;- και σίγουρα κ α θ ό λ ο υ απαραίτητα.

3.12.09

Μάζεψα όλες τις σκιές από το πάνω ντουλάπι χθες. Είχαμε γεμίσει πάλι και δεν καταλαβαίνω από που μπαίνουν, αφού δε το ανοίγω ποτέ. Μόνο κάτι φαντάσματα μου που δε θέλω να τα σκοτώσω ακόμα ζουν εκεί. Μη με ρωτάς πάλι. Ναι, άλλο το φάντασμα και άλλο η σκιά. Τις σκιές δεν τις σκοτώνεις όταν θες εσύ. Πεθαίνουν μόνες τους. Τέλοσπαντων, να κανονίσεις να με ε λ ε υ θ ε ρ ώ σ ε ι ς σε παρακαλώ. Είμαι πολύ απασχολημένη, για να ακούσω τι θες να μου πεις και να το καταλάβω. Τόσο καιρό που δεν ήμουν εσύ δεν ήθελες να μιλήσεις. Γιατί άργησες τόσο; Βρήκα και μια δική σου σκιά, δε στο είπα. Ήταν πιο όμορφη από σένα. Οι σκιές είναι π ά ν τ ο τ ε πιο όμορφες, γιατί έτσι ζουν περισσότερο. Τώρα γιατί άρχισες να προβληματίζεσαι; Έχεις ακούσει αυτό που λένε, ότι ποτέ δεν είναι αργά; Ε μαλακίες λένε. Μερικές φορές είναι πολύ αργά. Τόσο που δε μπορείς καν να θυμηθείς πότε δεν ήταν. Τότε έψαχνα μόνο α φ ο ρ μ έ ς. Για να μείνω, για να φύγω, για να ξεχάσω, για να γελάσω, για να μπορώ. Τώρα δε μου χρειάζονται, γιατί απλά δε μπορώ πια. Με αγαπάω όλο και πιο λίγο, όταν με βλέπω χωρίς τη μ ά σ κ α της ευτυχίας, που μου φόρεσαν οι γύρω γύρω. Δεν είμαι εγώ και μου το λέει κάθε πρωί ο φόβος ότι θα ζήσω πάλι μια ί δ ι α μέρα. Κι ύστερα ξυπνάω και βλέπω τις οχτώ χιλιάδες μάσκες που με περιβάλουν. Πρέπει πάντα να λες χ α μ ο γ ε λ α σ τ ά όλα τα ψέματα. Πιο χαμογελαστά τις ψεύτικες ευχές. Δε σε καταλαβαίνει ποτέ κανείς. Πόσο γελοία μικροί είναι μερικοί άνθρωποι. Πόσο ψεύτικα ανόητοι. Τώρα που έκοψα το πρώτο πορτοκάλι για φέτος και τρέχουν τα ζουμιά στο χέρι μου θέλω πολύ να σας κολλήσω όλους μαζί, μήπως και α κ ο ύ σ ο υ μ ε ποτέ καμιάν αλήθεια.

22.11.09

Όλο το πρωί, μέχρι να ξυπνήσεις κοίταζα την τρύπα στον τοίχο σου. Έπεσα μέσα της 14 φορές τουλάχιστον, μα δε μου είπε τ ί π ο τ α για σένα. Φταίει που στο σπίτι σου τα πράγματα δε μιλάνε πολύ συχνά ή που μερικές φορές είμαι τόσο κουρασμένη και δεν ακούω τίποτα που δε μπορώ ν’ αντέξω. Το ήξερες ότι το ταβάνι σου αλλάζει χρώματα όσο κοιμάσαι; Μετράω τουλάχιστον 5 α π ο χ ρ ώ σ ε ι ς της ζωής μου κάθε φορά και μετά τα μανταρίνια που ξέχασες να αγοράσεις. Στη μνήμη δεν υπάρχει πίσω. Όταν χορεύουν τα πόδια σου και κάτι τα τραβάει με δύναμη προς τα μπρος, πρέπει να ξέρεις πως δεν υπάρχει τρόπος να γυρίσεις. Ξέρω πως θα μου πεις ότι η έννοια του γυρισμού είναι πάντα σχετική. Όπως ήταν πάντα σχετική η ζωή μας και όπως θα είναι σίγουρα κι ο θ ά ν α τ ο ς μας. Δεν υπάρχει πάντως πίσω με σένα. Τα πρωινά είναι πάντα μεσημέρια και τα απογεύματα νύχτες. Όλος ο κόσμος τρέχει να σε προλάβει και εγώ δεν χρειάζεται να τρέξω, γιατί δε με νοιάζει να σε φτάσω αν δεν αργήσεις λίγο για μένα. Γιατί δεν αργείς; Οι άλλοι δεν ξέρουν και δεν καταλαβαίνουν, μα δε με νοιάζει. Μου φτάνει που με καταλαβαίνω εγώ μερικές φορές. Με καλοπιάνω, μου μιλάω ευγενικά και μου ψιθυρίζω όλα τα λόγια που θέλω να ακούσω για να παρηγορηθώ που ξέχασες τα μανταρίνια μου.
Όταν ξυπνήσεις θυμήσου να ζωγραφίσουμε στον τοίχο ένα μανταρίνι για να μη το ξεχάσεις ξανά κι ύστερα να το φάμε και να κοιμηθούμε κοντά στον τοίχο μήπως και ακούσουμε τα ψ έ μ α τ α σου.

8.11.09

Απ’ όλα τα μήλα που μου έφερες ή ξ ε ρ ε ς καλά ότι θα λάτρευα το πιο μικρό. Ξέρεις κάτι; Βαρέθηκα να προσπαθώ. Δε θέλω να σωθώ. Χέσε και τα μικρά και τα μεγάλα. Δεν υπάρχουν. Μονάχα εγώ τα βλέπω. Έχω περπατήσει για τόσες ώρες, τόσα βουνά και δεν έχω δει ποτέ κανένα μικρό δέντρο να αγαπήσω. Γ ε ν ν ι ο ύ ν τ α ι κατευθείαν μεγάλα και ψηλά; Πώς θα τα φτάσω τόσο κοντή που γεννήθηκα πάλι σήμερα το πρωί; Δάνεισε μου για λίγο τα πόδια σου και αύριο θα σου τα επιστρέψω. Μη φοβάσαι. Δεν είναι δικά μου έτσι κι αλλιώς, κι εγώ δε θέλω να κρατάω τίποτα που δεν είναι δικό μου. Τι πώς θα τα κολλήσουμε; Μην ανησυχείς, έχω την πιο δυνατή κόλλα. Τη λένε φ ρ ά ο υ λ α με λεμόνι. Τη χρησιμοποιώ για να κολλάω τα κομμάτια που μου κόβω για να δω πως είναι να μην π ο ν ά ς. Έλεγα λοιπόν να μην ανησυχείς. Θα γίνεις πάλι όπως πριν. Δε ξέρω αν θέλω όμως. Σ’ αγαπούσα πολύ όπως ήσουν, αλλά δε θέλω να σ’ αγαπάω άλλο πια. Μήπως θα ήταν καλύτερο να άλλαζες τελικά; Πόσο σ ι χ α ί ν ο μ α ι την αλλαγή. Μακάρι να ήξερες και να μπορούσες κάποτε να καταλάβεις. Δεν την αντέχω. Δε με αντέχω. Κι ας είμαι η α π ά ν τ η σ η σε όλα μου τα ερωτήματα. Πόσο σιχαίνομαι την τελειότητα των ερωτήσεων που δεν έχουν απάντηση; Δεν έχω σκεφτεί ποτέ καμία. Εξακολουθώ να τρέμω. Σέρνομαι φοβισμένη, γιατί η μνήμη πάντα ξ ε γ ε λ ά όλα τα σήμερα του μυαλού. Συγχώρεσε με για λίγο. Θα χρειαστεί να λείψω. Μερικές φορές οι σιωπές χρειάζονται ένα διάλλειμα για να ξαναζήσουν. Όταν ξανάρθω –αν ξανάρθω ποτέ- να με κάνεις κέικ σ ο κ ο λ ά τ α και να με τρως κάθε πρωί πριν φύγεις για τη δουλειά. Αν πάλι δεν ξανάρθω πες ότι κάπου σκόνταψα και πήγαινε παρακάτω.

2.11.09

Καιρό είχα να σε δω. Μη μου πεις ότι υπάρχεις πάλι. Έμαθα να σε αποστρέφομαι. Κολλούσαν οι λ έ ξ ε ι ς στο μυαλό, ράβονταν με χοντρές βελόνες στα χείλη, α κ ρ ο β α τ ο ύ σ α ν στα μολύβια μου. Απουσία ή υπερχείλιση λόγου; Τι μαλακίες με ρωτάς πάλι; Αν δε μπορείς ν’ ακούς φύγε κι αν πάλι δε καταλαβαίνεις μείνε, όμως μη ζητάς να σου εξηγώ. Δεν υπάρχει π ο τ έ μια λογική εξήγηση. Λυπάμαι, ξέρεις. Δε σε έμαθα να αγαπάς καμία από τις λέξεις που λατρεύω. Περικυκλώνομαι, προϋποθέτω, σκίζω, ουρλιάζω, προκαλώ, ι σ ο ρ ρ ο π ώ και φεύγω. Μία μονάχα φτάνει. Σκάσε κι άκου. Όταν ξαναγεννηθείς να διαβάζεις πολλές λέξεις και να φοράς χρωματιστά παπούτσια. Θα γίνεις άλλος και θα μπορείς εύκολα να περπατάς στο χιόνι κι ύστερα να το χρωματίζεις σε ότι απόχρωση θες. Ξέρεις το καλό με το χ ι ό ν ι είναι ότι δε μυρίζει. Δε μου αρέσουν τα αρώματα. Εγκλωβίζουν τις μνήμες, χ α ρ α κ τ η ρ ί ζ ο υ ν τις στιγμές κι έπειτα είναι σα να θέλουν να σου επιβάλλουν τη διάθεση τους και να σε φ υ λ α κ ί σ ο υ ν για πάντα μέσα σ’ αυτήν. Δε χρειάζομαι υποβολές. Υ π ε ρ β ο λ έ ς μονάχα χρειάζομαι. Γιατί δεν καταλαβαίνεις; Κρυώνω κι έχω πυρετό, τρέμω, μου ψιθυρίζω τα πράγματα που βλέπω και δεν υπάρχουν, αλλά πάλι κοιμάσαι και μιλάς για σένα. Και τώρα; Σκάσε κι άκου λίγο. Φθαρμένα πάλι λόγια.

17.10.09

Άκου τι συμβαίνει όταν νυχτώνει. Ανασαίνεις πιο εύκολα με την εντύπωση πως δε σε βλέπει κανείς. Στο σκοτάδι –μάθε το- δεν γίνεσαι ποτέ ανίσχυρος. Μπορείς να ζεις, να κλαις, να πεθαίνεις και να ξ α ν α γ ε ν ν ι έ σ α ι, να ερωτεύεσαι και να φωνάζεις χωρίς να ξέρεις γιατί, να γράφεις και να σβήνεις, να τα θυμάσαι όλα ή να τα ξεχνάς σε ένα λεπτό. Η μοναξιά είναι πιο ε ύ κ ο λ η τη νύχτα. Μπορείς να τη βιώσεις χωρίς ψιθύρους ενοχής, δίχως α γ γ ί γ μ α τ α παραίτησης. Μη με φοβάσαι. Είμαι εδώ τώρα, μα αύριο θα λείπω. Μη τρομάζεις. Δε χ ω ρ ά ω πουθενά. Κι αυτά που σου λέω για τη νύχτα είναι μονάχα ανοησίες. Φταίει που με μάθανε να φεύγω και να γυρίζω πάλι και έπειτα να βλέπω την ίδια ταινία χίλιες φορές. Δε θέλω να με καταλάβεις. Κανείς δε θέλω να με καταλάβει, γι’ αυτό είμαι έτσι. Πότε μισή, πότε ολόκληρη. Πότε ολοκαίνουρια, πότε παλιά. Πότε εγώ και πότε αυτό που θα ήθελες να είμαι. Μορφή αυστηρή και διχοτομημένη. Όχι δεν είμαι πάντα ίδια. Σε ένα κόσμο που θα ζούσαν μόνο χρωματιστές κορδέλες, θα ήμουν μια κορδέλα με άλλο χρώμα κάθε μέρα. Και σ’ έναν άλλο που η Αλίκη θα πνιγόταν τελικά στα δ ά κ ρ υ α της, θα ήμουν αυτή που θα της έλεγε να κλάψει πιο νωρίς χτίζοντας τον πιο φαιδρό της θάνατο. Άσε, δεν προσπαθώ να σου εξηγήσω. Δε θέλω να εξηγώ. Προτιμώ να π α ρ ε ξ η γ ώ. Έχει περισσότερη πλάκα έτσι το παιχνίδι. Τι ποιό παιχνίδι; Νόμιζα πως όλοι παίζαμε. Τι ποιοί όλοι; Eσύ κι εγώ, η Αλίκη, οι κορδέλες, η θάλασσα κι η νύχτα. Και μερικές φορές και η σιωπή, κι ο έρωτας. Και ο θάνατος μας. Μην τον κυνηγάς. Μην κ υ ν η γ ά ς κανέναν και τίποτα. Κυρίως όχι την ανασφάλεια σου, γιατί εγώ τόσα χρόνια αυτή κυνηγώ και τόσα χρόνια δεν την πιάνω. Τώρα όμως τέρμα αυτά. Από τότε που σε είδα να είσαι εσύ ξέρω πως δεν γίνεται απογείωση με έναν μόνο άνθρωπο. Αλήθεια. Και τώρα που ξέρω δεν προσπαθώ πια. Καιρό είχα να γελάσω τόσο.

11.10.09

Άφησα τόσες φορές το πιο σπουδαίο. Πώς μετράς τα σπουδαία; Με τις λ έ ξ ε ι ς που μαθαίνεις, με τα ψέματα που ξεχνάς ή με τα λάθη που συγχωρείς; Εγώ δε ξέρω πως. Απλά καταλαβαίνω χωρίς να εξηγώ. Εσύ πάντα μπορείς να εξηγείς, γι’ αυτό κερδίζεις την αιώνια σταθερή απλότητα μου. Ξέρω καλά πως μεγαλώνοντας αλλάζουν οι άνθρωποι, γκρεμίζονται τα ίδια, α κ ρ ο β α τ ο ύ ν τα σταθερά. Χωρίς αυτά δε θέλω να μιλάω. Ξέρω ακόμα καλύτερα πως πάντα ζεις με ότι θυμάσαι. Μόνο σ τ α μ ά τ α να έρχεσαι κάθε φορά και να πετάς τα πράγματα μου. Τα έχω πετάξει εγώ πολλές φορές και φτάνει. Σβήνω αναμνήσεις, μα πάντα περισσεύουν όλες οι σπουδαίες και όλες οι ηλίθιες και δε μπορώ να μάθω να ξεχνάω. Γιατί δε β λ έ π ε ι ς πως ξεχνάω μόνο με σένα; Μη με ακουμπάς. Θυμάμαι. Και μη με ρωτάς πως και δεν ήρθα πάλι. Φοβάμαι όταν έρχομαι γιατί μετά πρέπει να φύγω. Φοβάμαι. Γι’ αυτό σε σ β ή ν ω και σε μουτζουρώνω κάθε μέρα. Θλιβερή η ανάγκη για συνέχεια .

2.10.09

Καμιά πραγματικότητα δεν είναι αρκετή για να αντέξει τις φορές που σε μετράω. Υπάρχω μόνη μου και δε μου λείπει κανείς. Είμαι μισή ακόμα. Θα με συγχωρέσω ποτέ που με άφησα μισή; Είμαι διψασμένη, νιώθω δ ι χ α σ μ έ ν η, κάνω κύκλους και ποτέ δεν ξεχνάω. Ξέρεις, στις ιστορίες μπορείς να φτιάχνεις πάντα το τέλος που θες. Στη ζωή όχι. Είναι καλύτερα έτσι; Εεε σε ρωτάω. Σσσσ μη μιλάς για τίποτα άλλο. Με κουράζουν οι άσκοπες κουβέντες και οι σβησμένες λέξεις τελευταία. Έχω αλλάξει τόσες πολλές φορές που έχω γίνει ακριβώς όπως ήμουν όταν άρχισα. Αλλάζω τα ρούχα μου, το περπάτημα μου, τον τ ρ ό π ο που αναπνέω αλλά φοβάμαι ακόμα. Πονάει η κοιλιά μου όταν δε με αγκαλιάζω, κι όταν με αγκαλιάζω πονούν τα χέρια μου. Νομίζω πως θέλω να σου δώσω όλα τα βάρη που κρατάω, αλλά πρέπει να τα μετρήσω πρώτα και τώρα δε μπορώ. Έχω αντέξει να μετράω ιαχές καταστροφής, προκλητικές λέξεις, συνεννοημένα ψ έ μ μ α τ α και λέω πια: Τι νόημα έχει να γνωρίζεις; Οι υποψίες ζουν χωρίς τη συναίνεση μας και οι αλήθειες π ε θ α ί ν ο υ ν πριν μας συναντήσουν. Ξέρεις δε σκέφτηκα στ’ αλήθεια ποτέ ότι θα πέθαινα για πράγματα που δε γνωρίζω. Όχι δεν έχει παρακάτω.

24.9.09

Με τέτοια αναστάτωση έχασα τις σιωπές μου. Υπήρξαν κάπως βολικές, θα συμφωνήσω. Πόσα εμπόδια έβαλα. Εξέτασα το ενδεχόμενο να φτιάχνω με τα χέρια μου όλα τα ε μ π ό δ ι α που σου στήνω. Ίσως και να ήθελα να δω μέχρι που φτάνει η αντοχή σου. Με τέτοια αναστάτωση ξέχασα και τις λέξεις. Πάρε όλα τα μη, τα ίσως, τα μπορεί, όλες τις αναβολές και τις καλά κρυμμένες σκέψεις. Εξέτασα το ενδεχόμενο να έχω χαράξει από πριν όλες τις αποφάσεις. Ίσως και να ήθελα να ξέρω όλα τα μονοπάτια πριν καν τα περπατήσω. Με τέτοια αναστάτωση δεν ακούω πια παρεξηγημένους ήχους. Θέλω να πάρω μια α π ό σ τ α σ η απ’ αυτούς. Μου τη χρωστάω ξέρεις. Εξέτασα το ενδεχόμενο να έχτιζα τα λάθη κάθε μέρα. Ίσως αυτά τα λάθη να ήταν μιαν ανάσταση. Με τέτοια αναστάτωση φοβάμαι να ξαναγυρίσω. Πρέπει να κάνω μόνο πρόβες διαδοχής. Πόσο πολύ λυπάμαι. Εξέτασα το ενδεχόμενο να έφτιαξα το μ ύ θ ο της ανώτερης διάστασης μας. Ίσως και να ήξερα από πριν πως μύθοι δεν υπάρχουν.

13.9.09

Θέλω κάτι να γράψω και δε μπορώ. Μάλλον π ο τ έ δε μπορούσα να γράφω χωρίς μια απουσία ή μπορεί να μη μου φτάνουν οι λέξεις που θυμάμαι σήμερα ή ίσως φταίει η Κυριακή που με παγώνει. Θυμάσαι που σου έλεγα πόσο πολύ σ ι χ α ί ν ο μ α ι τα χειμωνιάτικα ρούχα; Είναι σα να θέλουν να σε δέσουν μέσα στο σώμα σου, πάνω στο κρεβάτι, στην καρέκλα. Δε μπορώ. Όχι, δε μπορώ. Κι έπειτα δε ξέρω αν θέλω να κ λ ά ψ ω πιο πολύ επειδή βρέχει ή επειδή έχω ξεχάσει την ομπρέλα μου. Ποτέ δε μπορούσα να εξηγήσω τι θέλω σε κανέναν. Και τώρα δε ξέρω για τι να γράψω και για ποιόν. Κι έπειτα ποιόν ωφελεί όλο αυτό το παιχνίδιμετιςλέξεις. Εμένα πιο πολύ ή μάλλον εμένα όπως με φαντάζομαι, κι όχι όπως είμαι στ' αλήθεια. Συγχώρεσε με, μα δε μπορώ να δω τον κόσμο όπως πραγματικά μοιάζει. Βλέπω κάτι άλλο στον καθρέφτη. Κοιτάζω και βλέπω ένα ξ ε θ ω ρ ι α σ μ έ ν ο ψέμα κι από πίσω ένα πρόσωπο ρυτιδιασμένο πια από τα χρόνια. Πότε πέρασαν κιόλας; Ποτέ; Πόσοι ποιητές χρειάστηκαν για να το σ κ ο τ ώ σ ο υ ν; Εσύ δ ε ν ε ί σ α ι ποιητής, το ξέρω. Γι’ αυτό και σε φ ο β ή θ η κ α. Ξέρεις νομίζω πως πρέπει πάντα να φοβάσαι τους ανθρώπους που ποτέ δε θέλησαν να γίνουν ποιητές κι ακόμα πιο πολύ εκείνους που θέλησαν, μα δε π ρ ο σ π ά θ η σ α ν ποτέ να γίνουν.

6.9.09

Άφησε με να μείνω εδώ λιγάκι ακόμα. Δεν είμαι έτοιμη και κουράστηκα να μετράω τα μισά που δεν τελειώνω. Δεν προκαλώ και δεν εκπλήσσομαι. Με αναγκάζω να σε αναγκάζω. Όχι, δε μου αρέσει. Απλά σ’ αφήνω έτσι να νομίζεις. Μην αναρωτιέσαι άλλο. Δεν χρειάζονται πολλές ε ξ η γ ή σ ε ι ς κι αλήθεια σε τι πιστεύεις ότι ωφελούν; Μη μου πεις ότι υπάρχεις, ούτε ότι δεν υπάρχεις. Σε έχω δει και δε σε ξέρω. Κάποτε ναι, όχι πια. Πριν τέσσερα χρόνια ή πριν τρία ή ποτέ. Έζησα για τέσσερις μέρες τέσσερις χιλιάδες ψέματα. Τα έσβησα χθες ένα-ένα και τώρα δε θυμάμαι κανένα. Είδα τη ζωή μου τέσσερις φορές. Απ’ την αρχή, απ’ το τέλος, από τη μέση και α ν ά π ο δ α. Τη γκρέμισα πολλές περισσότερες και τώρα ξέρω. Ένα παιχνίδι όλα. Αφανισμένες λέξεις. Θλιβερή επιφάνεια. Αδιευκρίνιστες εκφράσεις στα πρόσωπα. Α σ ή μ α ν τ ο ι άνθρωποι με ασήμαντες σιωπές κι ίσως ακόμα πιο ασήμαντες φωνές. Λυπηρή επιφάνεια. Δεν έχει σημασία –σου το λέω με σιγουριά- πόσο θα σκάψεις, πόσο θα ψ ά ξ ε ι ς και πόσα πράγματα θα αναποδογυρίσεις για αυτή την αναζήτηση. Δεν υπάρχει τίποτα αυτή τη φορά προς ανακάλυψη. Καμιά υποψία ανάστασης κι ούτε καμιά υποψία θανάτου.

26.8.09

Πέφτω δίχως δίχτυ ασφάλειας αυτή τη φορά. Μετράω τα δευτερόλεπτα της π τ ώ σ η ς και δε φοβάμαι. Σε λίγο θα σε συναντήσω. Θα σου ζητήσω μόνη μου να με ξεδιπλώσεις. Θυμάμαι τότε που με δίπλωνα και ύστερα με ξεδίπλωνες και θύμωνα τόσο. Πόσο α π έ ρ α ν τ α λυπάμαι. Στριφογύριζες στον ύπνο σου σαν κάτι να ψάχνεις και να μη το βρίσκεις για χρόνια. Ούτε κι εγώ το βρήκα ποτέ. Τώρα πια δεν ψάχνω. Ακούς; Έπαψα πια να ψάχνω. Ίσως κανένα βράδυ μόνο την αλλαγή σου. Στο βλέμμα, στην αναπνοή ή στο πρόσωπο που είναι κάθε φορά το ίδιο, μα πάντα διαφορετικό μπροστά μου. Πώς γίνεται; Φοβάμαι που σε ξέχασα. Φοβάμαι που δε φοβάμαι πια χωρίς εσένα. Πες πως δε φοβάσαι κι εσύ κι όλα θα γίνουν πιο εύκολα έτσι. Παλιά, πριν σε αλλάξει ο χρόνος κι η συνήθεια, ξεχνούσα τα πάντα πριν από σένα. Τίποτα δεν υπήρχε κι εγώ ήμουν ολοκαίνουρια μαζί σου. Τώρα όσο κι αν ψάξω δε μπορώ να θυμηθώ ούτε μια στιγμή μετά το πριν. Δώσε μου όλα τα α ν τ ί θ ε τ α, πάρε μου όλα τα ίδια. Μέτρα μαζί μου. Τα χρόνια, τα βράδια, τα βήματα στην άμμο, τις συγγνώμες, τα λόγια που δεν είπα – κυρίως αυτά-, τις στιγμές μετάτοπριν. Λ υ π ά μ α ι. Λυπάμαι 31 εκατομμύρια φορές και 2003 παραγινωμένεςφράουλες. Λυπάμαι 13 ώρες και 3002 χρόνιαχαμένα. Λυπάμαι όταν ακούω τη μουσική που παίζει όταν κοιμάσαι. Λυπάμαι γιατί πια δεν ξέρω να λυπάμαι για σένα.

26.7.09

Διέσχισα την πόρτα και κάθισα στο ίδιο μέρος που είχα καθίσει πριν 4 μεσημέρια και 2003 χρόνια. Φθαρμένοι οι τοίχοι απ’ τα χ ρ ό ν ι α και τη συνήθεια. Ραγισμένες σκάλες που δε θες να τις φτιάξεις ή που δε μπορείς. Τι σημασία έχει.. Θα μείνουν πάντα έτσι για να σου υπενθυμίζουν τις φορές που η ζωή δεν αντέχει άλλες επισκευές. Δε θυμάμαι τι ακριβώς σκεφτόμουν πριν έρθω εδώ. Π ά ν τ α υπάρχουν δεύτερες σκέψεις. Θα συμφωνήσεις κι εσύ, το ξέρω. Αυτές τις γνωρίζω πολύ καλά.

Η γνώση του χρόνου αναλύεται στο πριν και στο μετά. Το τώρα δεν υπάρχει γιατί το ζεις και δεν το ξέρεις. Το σήμερα πάντα το σχεδιάζεις κι εγώ νωρίς κατάλαβα τη ρευστότητα των καλά σχεδιασμένων πραγμάτων, όπως η σκάλα που φτιάχναμε για μήνες. Δεν θυμάμαι. Τίποτα δεν θυμάμαι. Είναι αδύναμη η μνήμη μου τελευταία ή ίσως μεγαλώνοντας έμαθα πιο γ ρ ή γ ο ρ α να ξεχνάω. Κάπου ανάμεσα στις σ κ ό ν ε ς και τα σκουπίδια ανακάλυψα αναμνήσεις σε διαλυμένα πατώματα. Σκονισμένες επιφάνειες όπως όλες οι στιγμές ευτυχίας. Όχι η ευτυχία. Αυτή ποτέ δεν έζησε σ’ αυτό το σπίτι. Εξέτασα το ε ν δ ε χ ό μ ε ν ο να φταίω εγώ για όλα τα εμπόδια. Κι ύστερα φεύγοντας πριν να πω αντίο κι ευχαριστώ, κοιτάζοντας –φευγαλέα έστω- τους βρώμικους, κ ι τ ρ ι ν ι σ μ έ ν ο υ ς τοίχους είδα πιο ξεκάθαρα από ποτέ όλα τα λάθη διογκωμένα και έ τ ο ι μ α να ξανασυμβούν.

2.7.09

Ξ έ ρ ω πολλούς ανθρώπους που έχουν σε όλη τους τη ζωή τρεις ευχές και δεν πραγματοποιούν ποτέ καμία. Ξέρω π ο λ λ ο ύ ς ανθρώπους που λ α τ ρ ε ύ ο υ ν να μιλάνε με τα στόματα τους κλειστά. Ξέρω πολλούς α ν θ ρ ώ π ο υ ς που στην πίσω τσέπη τους έχουν κ ρ υ μ μ έ ν α τρία μυστικά και τρία ψέματα. Ξέρω πολλούς ανθρώπους σαν εμένα, όμως κανέναν σαν εσένα.

Προσπάθησα να είμαι κάτι άλλο αλλά δεν πέτυχε. Οι φίλοι μου είναι κανονικοί. Εγώ θέλω να μετράω ανάποδα το χρόνο μέχρι να τελειώσει η ιστορία. Θέλω να ξέρω αν ο ήρωας θα ζήσει ή θα πεθάνει στο τέλος. Θέλω να μην ξέρω ανθρώπους με μυστικά και ψέματα.

Βλέπεις έγινα π ά λ ι κανονική.

25.6.09

Ψάχνω όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες. Οι φράουλες πρέπει να είναι κόκκινες, γλυκές και μικρές. Πέρασε η εποχή τους και δε τις βρίσκω εύκολα. Πνίγομαι. Πονάω και ξέρω ότι υπάρχω. Ξεχνιέμαι με σένα. Ξ ε χ ν ά ω. Θα σε ξανασυναντήσω; Πότε; Ποτέ. Κάποτε. Με άλλα μάτια κι άλλο πρόσωπο. Όχι κάποιον άλλον. Εσένα. Εσύ θα είσαι. Σε συναντάω κάθε φορά που αγοράζω φράουλες. Τώρα τι θα κάνω; Θα μετράω χαμένες φράουλες ή χαμένες μέρες; Ψάχνω όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες. Οι νύχτες χρειάζονται ένα ποτήρι κρασί και πολλές αλήθειες. Τις ακούω όταν κοιμάσαι κι ας μη τις λες. Έχει πλάκα όταν νυστάζεις να μη σε αφήνω να κοιμηθείς και μετά να φεύγεις. Κι όταν δε φεύγεις, φ ε ύ γ ω εγώ κι ας μη το ξέρεις. Πώς θα καταφέρω να σου διαβάσω όλες τις λέξεις και να τις ξεχάσεις το άλλο λεπτό; Είναι παγίδα η μνήμη. Θέλω να πετάξω όλα τα χαρτιά και τα τετράδια μου. Ίσως να σου χρωστάω μερικά, γιατί χρόνια τώρα έχω μετρήσει πολλές λέξεις για σένα. Ψάχνω όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες. Η αναζήτηση πρέπει να γίνεται πάντα με κλειστά μάτια. Πρέπει να ανοίγεις το συρτάρι με προσοχή για να μη δεις. Φορές φορές θυμάμαι πόσες είναι οι νύχτες που έχω φύγει για να μην ακούσω ή μάλλον για να μπορώ να ακούω πάντα όλες τις λάθος λέξεις κι όλες τις σωστές. Κι είναι συνήθως τότε, που το χωρίς γίνεται για μένα η πιο θλιμμένη λέξη που ξέρω. Τη σ υ λ λ α β ί ζ ω για να τη μάθεις κι εσύ.

15.6.09

Πέρασα από το σπίτι σου και δεν ήταν εκεί. Ούτε κι ε σ ύ. Γνώρισα πάλι κάποιον άλλο με το όνομα και το π ρ ό σ ω π ο σου. Μπέρδεψα τα ονόματα. Συγγνώμη. Μπέρδεψα και τις λ έ ξ ε ι ς. Με έμαθαν πολλές και χάνομαι φορές φορές στο μέτρημα. Αύριο έχω να πάρω ένα δέμα και μεθαύριο να δώσω ένα γράμμα μήπως και επιστρέψει το ψ ά ρ ι μου. Είναι καλοκαίρι και του αρέσει να πλατσουρίζει στη θάλασσα. Δεν ακούει τ ί π ο τ α και με νευριάζει. Έχει τόσο ήλιο. Η κοιλιά μου είναι μαύρη και μου αρέσει που σου αρέσει. Αυτό τον καιρό νομίζω ότι συμπαθώ τα χ ρ ώ μ α τ α κι ας γκρινιάζω με όλα. Χρειάζομαι λίγο χρόνο μόνο για να μη φοβάμαι. Ε σ έ ν α, το ψάρι μου, τα χρώματα, εμένα. Να μη φ ο β ά μ α ι μήπως ξεχάσω να μετράω, μήπως ξεχάσω να αγαπάω, μήπως σταματήσει να είναι καλοκαίρι, μήπως σ τ α μ α τ ή σ ω να φοβάμαι, μήπως το ψάρι δε γυρίσει πίσω.

1.6.09

Καιρός να μάθω να παίρνω. Να μη δ ί ν ω, να παίρνω. Ήρθε ο καιρός να μετρήσω τι έδωσα, πόσα έδωσα και γιατί. Μου άρεσε που όταν έδινα ήταν όλα τόσο θολά γύρω. Τώρα δε μου αρέσει πια. Για αυτό και δε θα είναι έτσι. Θέλω διαύγεια. Θέλω να περάσω μία καθαρή μέρα σε ένα πάρκο με τα πόδια μου να πατάνε το χώμα. Θέλω να ξεθολώσουν όλα γύρω μου. Ξ ε θ ό λ ω σ ε τα, ξεθόλωσε με. Κουράστηκα σου λέω. Κουράστηκα να ψάχνω το γραφείο και να βρίσκω πάντα όλα τα λ ά θ η μας. Κουράστηκα να ψάχνω ποιο παρελθόν μου θέλω να γυρίσει. Κουράστηκα να διαλέγω κουράζομαι. Μερικές φορές δε βρίσκω τι έχω δώσει. Μερικές φορές δε βρίσκω τι πήρα πίσω, γιατί δεν πήρα τελικά τίποτα. Δεν έχω άλλες ανάσες. Σ υ γ γ ν ώ μ η, αλλά δεν έχω. Συγγνώμη που είναι καλοκαίρι και δεν μπορώ να πάρω τη ζακέτα σου το βράδυ στο νησί. Σ υ γ γ ν ώ μ η που ξέχασα να σε χαιρετίσω πριν φύγεις.

19.5.09

Αμφιβολία. Όχι μία, 13 αμφιβολίες, 26 χρόνια, 62 ευτυχίες, 62 δυστυχίες, 322,5 λ ά θ η, πολύ λιγότερα σωστά. Εκατομμύρια φράουλες και κανένα όχι. Τα στρίμωξα όλα στις κούτες. Μετακομίζω αύριο. Κάπου έχω κ ρ υ μ μ έ ν ο ένα κομμάτι αλήθειας, μα δε το βρίσκω πουθενά. Πάλι θα μου ζητήσεις λογική εξήγηση για αυτά εδώ, όμως δεν έχω. Βιάστηκα νομίζω για όλα. Για αυτό σου λέω. Βιάσου κι εσύ. Θέλω να κάνω μια βραδινή βόλτα στη θάλασσα με ένα σ ύ ν ν ε φ ο πάνω από το κεφάλι μου. Όχι δε σκοτώνω σύννεφα. Δε σκοτώνω ποτέ κανέναν. Απλά περιμένω. Πέταξα τα κ α ι ν ο ύ ρ ι α μου παπούτσια και δε με νοιάζει καθόλου. Θέλω να διώξω όλα τα καινούρια της ζωής μου. Μετράω μια Παρασκευή που τελικά ήταν Σάββατο και μια Κυριακή που δεν ήταν σαν καμιά προηγούμενη. Τότε που έφτιαξα μαρμελάδα φράουλα με όλες τις φράουλες που έχω μετρήσει μέχρι σήμερα και την έ ρ ι ξ α όλη πάνω σου. Ύστερα σε έλουζα για ώρες, αλλά δεν είχε σημασία. Πάντα θα μύριζες φράουλα από δω και εμπρός. Δε θυμάσαι; Εγώ δε μετράω φράουλες πια. Μ ε τ ρ ά ω π ό ρ τ ε ς που πρέπει να ανοίξω και δε βρίσκω τα κλειδιά. Μετράω πόσος καιρός μου μένει μέχρι τότε που δε θα ακούω πια κανέναν. Έχεις ιδέα πόσο δύσκολο είναι; Όχι δεν έχεις. Ούτε και φαντάζεσαι. Συγγνώμη σου είπα; Σ υ γ γ ν ώ μ η. Για όσα φταίω, για όσα δε φταίω και για όσα φταίω χωρίς να φταίω στ’ αλήθεια. Ήρθες τελικά ε; Και τι έγινε; Μάλλον χωρίς λόγο σε περίμενα. Ξέρεις καμιά φορά περιμένοντας, ξ ε χ ν ά ς τι περιμένεις. Κι έτσι μένεις στο ίδιο μέρος για ώρες και συντηρείς το μύθο του παρελθόντος σου. Ήθελα μάλλον απλά να σε α ν α γ κ ά σ ω να συλλαβίσεις πάλι το όνομα μου για μια φορά πριν φύγω.

26.4.09

“Κάτω, κάτω, κάτω. Θα σταματήσει ποτέ αυτή η πτώση; Αναρωτιέμαι πόσα μίλια έχω πέσει ως τώρα..” είπε η Αλίκη κι ήξερε πως ποτέ δε θα φτάσει στο τ έ λ ο ς. Γύρισα ανάποδα την ιστορία και της είπα να ανέβει. Να μετρήσει δ ύ ο φεγγάρια, τρεις ή λ ι ο υ ς και έξι φράουλες και μετά να σταματήσει. Φοβόταν πως θα μπερδευτεί και θα αρχίσει πάλι να πέφτει. Κι έγω φοβόμουν. Περίμενα ν' ανέβει και μετρούσα μορφές, φωνές και σ χ ή μ α τ α. Ζωγράφιζα και ξαναζωγράφιζα. Έσβηνα και τέλειωνα κάθε πρωι για να αρχίσω πάλι το βράδυ. Ναι α ν ά π ο δ α. Το ξέρω. Έτσι με έμαθαν. Και τα βιβλία μου από το τέλος τα αρχίζω. Δεν είναι ότι φοβάμαι την ανάβαση, ούτε και την π τ ώ σ η. Το πρόβλημα είναι η συνέχεια. Θέλω να ξέρω πάντα τη συνέχεια. Ασφάλεια, έλεγα στην Αλίκη. Θα μπορούσα να ζήσω στην αγκαλιά της μα διάλεξα να γίνω αλλιώς. Μη με ρωτάς γιατί. Μη με ρωτάς τίποτα. Στο έχω πει τ ό σ ε ς φορές. Δεν έχω απαντήσεις σε γιατί, ούτε σε π ώ ς, ούτε σε π ό σ ο. Γιατί έτσι. Γιατί έφυγα. Γιατί π ο ν ά ω. Γιατί γελάω. Γίνομαι κόκκινη με μικρά μάτια και μου αρέσω. Για πάντα. Για όσο χρειάζομαι για να θυμηθώ όλες τις λ έ ξ ε ι ς που αγαπάω. Μέχρι αύριο. Μέχρι να με τ σ ι μ π ή σ ε ι ένα ψάρι στη θάλασσα. Μέχρι να με κ ά ψ ε ι ο ήλιος. Μέχρι να ξ α ν α κ λ ά ψ ω. Μέχρι να έρθει η Αλίκη για να βρούμε τα χαμένα σχήματα.

16.4.09

Κλείνω όλες τις κουρτίνες και ξ α π λ ώ ν ω σε μια πράσινη μπλούζα μη με κ ά ψ ε ι η άμμος. Κάνω δύο τ ρ ύ π ε ς μπρος και πίσω για να παίρνω αέρα και τους δίνω ονόματα. Είναι δύσκολο να δίνεις ονόματα. Τις βαφτίζω «πριν» και «μετά» αλλά δε βολεύομαι. Ποτέ δε βολεύομαι. Θέλω κι άλλες. Μία «χθες», μία «σήμερα», μία «ποτέ», μία «πάντα», μία «σε2ώρες», μία «σε31καλοκαίρια» κι ακόμα μία «σε145αιώνες». Γρήγορα έφτασε φέτος το καλοκαίρι. Χαμένος χρόνος πάλι. Πώς μ ε τ ρ ά ς το χρόνο; Εγώ σε φράουλες. Είναι χαζό να μετράς σε φράουλες το ξέρω, αλλά είναι πιο εύκολο έτσι. Μέτρησα πάρα πολλές αυτό το χρόνο. Όσες είδα, όσες δεν είδα, όσες έφαγα και όσες σου χ ά ρ ι σ α κάτι ηλίθια πρωινά που δεν ξημέρωνε. Σήμερα έχει πολύ ήλιο και δεν α ν τ έ χ ω τόσο φως μερικές φορές. Φοβάμαι τις μέρες που ξεκινούν απότομα με τόσο ήλιο. Θέλουν να σε κ ά ψ ο υ ν, να σε βράσουν κι ύστερα να σε πετσοκόψουν σε 35 κομμάτια, να σε κοιτάξουν από την κορφή μέχρι τα νύχια για να σε φτιάξουν πάλι απ’ την αρχή μέχρι το βράδυ. Φοβάμαι κι αυτές που αρχίζουν και τελειώνουν με 465 χιλιάδες σ τ α γ ό ν ε ς, γιατί έχασα πάλι την ομπρέλα μου και δε θέλω καινούρια. Δε θέλω τ ί π ο τ α καινούριο τελικά. Και την άμμο που κ ο υ β ά λ η σ α πέρυσι δε θέλω να την πετάξω. Θα την κρατήσω για να α λ α τ ί ζ ω το φαγητό μου. Θα κρατήσω και την κουρτίνα, και την μπλούζα και όλες τις φράουλες γιατί αν δε β λ έ π ω τελικά ξεχνάω.

31.3.09

Τρομαγμένες α π ο ρ ί ε ς. Δε θέλω να μιλήσω. Αλήθεια. Σφραγισμένες λέξεις θέλω μόνο. Χωρίς λόγο. Βαρέθηκα να σου μιλάω. Ποιος είσαι; Πότε ήρθες και πότε ακριβώς σε γνώρισα; Ορίστε; Δεν σε ξέρω; Μη μιλάς για λίγο. Θέλω να υπολογίσω τη ζωή μου. 3 συν ευτυχία μείον σύννεφα συν ψέματα επί φορές δια στέμματα. Τόσο πρέπει να βγαίνει. Τραβάω μικρές γραμμές κι ύστερα τις ε ν ώ ν ω. Τ ί π ο τ α δεν πρέπει να ξεχωρίζει ούτε και να χωρίζει. Σήμερα λέω να κάνω μια λίστα με όσα χρειάζομαι ή δεν χρειάζομαι ή ν ο μ ί ζ ω ότι δεν χρειάζομαι ή δε θέλω να χρειάζομαι. Την σονάτα, την ασκητική, το μαύρο μου πουλόβερ, τον bukowski, τον ξένο, τον ρίτσο, το σύννεφο, το γαλάζιο βιβλίο που χάρισα και το άσπρο που μου χάρισαν, τα κίτρινα παπούτσια, ένα σκίτσο, τη λιακάδα απ’ το γδαρμένο dvd, τον tim burton, τον cohen, ένα τ ε τ ρ ά δ ι ο, το λίγο, το κ α θ ό λ ο υ, το πριν και το μετά. Θέλω λέξεις καθαρές. Φράσεις χωρίς κόμματα, χωρίς αλλά. Χρειάζομαι τελείες. Θέλω να μ ε τ ρ ή σ ω τις τελείες και μετά να μετρήσω εσένα. Τι λείπει; Περνάει η ώρα. Τι να αλλάξει σε τόσο λίγο χρόνο; Με πράγματα που δεν αλλάζουν μη γελάς. Θυμάσαι που έλεγα όλο βλακείες και γ ε λ ο ύ σ ε ς; Τότε ίσως και να είχα γίνει αθάνατη.

19.3.09

Μουτζούρωσα ανάμεσα στις γραμμές και μετά έριξα μαύρο μελάνι και στο ποίημα μου. Τι σημασία έχει όμως αφού το ξέρω όλο απ’ έξω. Ε ξ ο ι κ ε ί ω σ η το λέω. Εξοικείωση με τις λέξεις ή με τα πρόσωπα πίσω από τις λέξεις. Δεν πρέπει να αργείς με αυτή τη λέξη ούτε και με τη σημασία της, γιατί αν περάσει η ώρα δεν υπάρχει τρόπος να γυρίσεις. Είναι αργά για να δεις το κόκκινο μέσα σε κάθε μαύρη μουτζούρα, πίσω από κάθε μαύρη σταγόνα. Και το "είναι άργα" δε το αντέχω. Πίνω πολύ νερό τελευταία. Είναι σα να θέλω να διώξω τα πάντα. Από μέσα, από δ ί π λ α, από μπροστά, από πίσω ή από πριν. Ιδίως από π ρ ι ν. Γεμίζω το ποτήρι και το νερό είναι κάθε φορά ακόμα πιο μαύρο. Περίμενε θα σου φέρω και σένα λίγο. Είναι ζεστό, ναι. Συγγνώμη, δεν υπολόγισα ότι θα έπινες απ’ το νερό μου. Ξέχασα να μ ο ι ρ ά ζ ο μ α ι μαζί σου. Είναι κάπως ζεστό, εντάξει σου το είπα, μα είναι που θέλω να κάψω ότι υπάρχει μέσα μου. Όχι, δεν πονάω, ούτε παθαίνω τίποτα. Δεν φταίει που συνήθισα, απλά μερικές φορές σκέφτομαι πως είμαι μέσα σε ένα χρωματιστό κύβο και δε μπορώ να βγω από καμία πόρτα. Γράφω, ξ α ν α γ ρ ά φ ω, μουτζουρώνω και με δένω με αλυσίδες. Φαντάζομαι ανθρώπους. Όλοι ανοίγουν τις πόρτες και φεύγουν ένας-ένας. Σου έχω πει ότι σιχαίνομαι τις πόρτες; Είναι ο πιο συγκαταβατικός τρόπος για να φεύγεις. Λες ένα τυπικό ροζ αντίο, ενώ θες να πεις ένα θ υ μ ω μ έ ν ο άι στο διάολο, ανοίγεις την πόρτα και την κλείνεις πίσω σου με ένα δισταγμό ότι δεν έκανες αυτό που πρέπει ή δεν είπες αυτό που ήθελες όμως ποτέ δε γυρίζεις πίσω. Φοβάσαι και γίνεσαι σ' ένα λεπτό τόσο βαρετός που δε μπορείς ούτε καν να χ α μ ο γ ε λ ά σ ε ι ς. Εγώ στον κύβο μου χαμογελάω. Τι γιατί; Γιατί έτσι. Όχι επειδή ξέρω, ούτε επειδή δεν ξέρω. Μπορεί γιατί δεν είμαι σίγουρη αν θα ήθελα να ξέρω. Σε σκάλισα πάντως πολύ αλλά δε βρήκα τίποτα, μάλλον γιατί δεν υπήρχε τίποτα να δω. Με σ κ ά λ ι σ α και μένα και βρήκα πολύ μαύρο νερό. Δε θέλω όμως να είμαι μαύρο νερό, γιατί σκέφτομαι πως αν θυμηθώ ποτέ πως να κλαίω, θα κλάψω μαύρα δάκρυα. Και τότε ούτε η Αλίκη δε θα πιστέψει ότι δεν είμαι χ α μ έ ν η υπόθεση. Την επόμενη φορά που θα έρθεις σπίτι να θυμηθείς να με ρωτήσεις γιατί σταμάτησα να κλαίω και μετά να βάλεις το κομμάτι σου. Ίσως αυτό να φτάνει.

9.3.09

Χρόνος κι επανάληψη στις βροχές, στις αστραπές και στις σκέψεις. Δεν ξημερώνει ποτέ σ’ αυτό το κωλοσύννεφο. Ανοίγω το παράθυρο μα όσο κι αν φωνάζω δεν ακούει να ανοίξει τουλάχιστον κανένα φως. Ποιος ακούει και ποιος βλέπει πια; Πάντα κάτι έβρισκα να κάνω για να μην κοιτάξω στο βάθος της εικόνας. Κι όντως δεν έβλεπα. Είναι δύσκολο να κοιτάζεις μερικές φορές, ειδικά τα μικρά κι ασήμαντα.

Από εδώ πάνω όλα είναι πιο εύκολα. Ο θ ρ ό ν ο ς σου δεν μοιάζει τόσο ψηλά πια ή φταίει που σε κλώτσησα ή που γλίστρησες μόνος σου. Κρύψου. Τώρα πια δε ξέρω που μένεις κι ούτε και θέλω να μάθω. Όχι να μην ξανάρθεις στον θρόνο σου. Όχι, μ' ακούς; Τον έσπασα, τον χτύπησα, τον πέταξα, τον έ κ α ψ α και τον σκότωσα μαζί με σένα. Θα ήθελα να μπορώ να μη βλέπω αλλά δε μπορώ. Θα ήθελα να μπορώ να π ε ρ ι μ έ ν ω αλλά δε γίνεται. Σε λίγο θα βγουν οι φράουλες.

Κοιμήθηκε ακόμα κι ο χειμώνας. Εγώ όχι ακόμα. Πονάει ο λαιμός μου. Εσένα; Ανοίγω συρτάρια, διπλώνω και σκίζω, ψάχνω, δε βρίσκω και τελικά πετάω. Με α π λ ώ ν ω με τέσσερα μανταλάκια και περιμένω κάτι να με βρέξει ή να με κάψει. Κι ύστερα κοιμάμαι λίγο και βλέπω ότι καθόμαστε σε ένα κίτρινο βράχο όμως δε μιλάμε. Παίρνω μια μυτερή πέτρα και χ α ρ ά ζ ω στο σώμα σου όλα τα γράμματα που ξέρω, αλλά καμία λέξη. Δε χρειάζονται άλλες λέξεις για να σου πω τα μυστικά μου. Θα έχεις νομίζω πάντα τα σ η μ ά δ ι α να στα θυμίζουν κι είναι καλύτερα έτσι.

22.2.09

Πήρα μια σκάλα και σκαρφάλωσα για να κόψω τα άσπρα παπούτσια σου. Δεν ταιριάζουν με τα δικά μου, αλλά δεν πειράζει, είναι εντάξει για μια βόλτα. Φοβάμαι τις σκάλες. Φ ο β ά μ α ι τα ύψη. Είναι δύσκολη μερικές φορές η πτώση. Άλλες πάλι τόσο λυτρωτική. Ειδικά όταν σκουπίζεις τα αίματα από τα πόδια σου και ξέρεις πως κατά βάθος διάλεξες μόνος σου να πέσεις. Το πρόβλημα είναι όταν πέφτει κι η μάσκα σου μαζί με σένα. Τι κοιτάς; Δεν υπάρχει τίποτα να δεις εδώ αν δε βγάλεις κι εσύ τη δική σου μάσκα. Αλήθεια λιγότερη απ’ όσα προσωπεία. Μη με κοιτάζεις σου λέω. Μη μου ψιθυρίζεις πάλι. Μου ψ ι θ υ ρ ί ζ ω εγώ και φτάνει. Μου λέω όλες τις αλήθειες αλλά συχνά κλείνω τα αυτιά μου πριν αφήσω πίσω μου τη νύχτα. Ψίθυροι αυτοδιάλυσης. Υποψίες παραίτησης. Νομίζω πως θέλω να με λιώσω για να δω αν τελικά υπάρχω. Μακάρι να ήσουνα εδώ για να με βοηθήσεις κι ας μη σε ξέρω ακόμα. Κατά βάθος διάλεξα να λέω «μακάρι». Ψεύτικα ή αληθινά; Τι σημασία έχει.. Δε θέλω να ξέρω. Δε ξέρω τίποτα από δω και μπρος. Κάποτε όταν ε ρ ω τ ε υ τ ώ πολύ δε θα χρειάζεται να λέω «μακάρι», ούτε «θέλω», ούτε και καμιά άλλη λέξη από αυτές που σιχαίνομαι. Μέχρι τότε δεν βαριέσαι, καλά είναι κι έτσι.

18.2.09

Έχω βγει από το σώμα μου. Ίσως είμαι κύμα, ίσως είμαι σύννεφο, ίσως τίποτα από όλα αυτά ή όλα αυτά μαζί. Βλέπω τον κόσμο ανάποδα, θέλω να πω, από το τέλος προς την αρχη. Αρχή και τέλος, ρευστά όρια σχεδόν δυσδιάκριτα. Κομμένα πόδια κρεμασμένα ανάποδα από το ταβάνι. Όχι δε φοβάμαι. Μονό τα νεύρα μου έχω γιατί έφαγα όλο το παγωτό που είχα για απόψε. Εσύ γιατί φ ο β ά σ α ι πάλι;
Περίεργο να βλέπεις τα πάντα από ψηλά. Πόσο βαρετοί είναι όλοι με την τετραγωνισμένη ζωή τους. Εεε προσέξτε βλέπω μια χαραμάδα. Θα σας χύσω λίγη πορτοκαλάδα. Δε μου αρέσει είναι πολύ ξινή. Η Αλίκη λέει να βάζω ζάχαρη, ο Βασιλιάς λέει να μη βάζω. Κι εγώ δε θέλω να ακούσω κανέναν. Ελπίζω να σας λέρωσα πολύ. Ελπίζω να κολλήσετε για πάντα πορτοκαλίτιδα.
Φοράω μια κίτρινη μπλούζα. Τελικά μου αρέσει το κίτρινο, δεν το ήξερα. Θα πάρω και κίτρινα παπούτσια γιατί έχω πολύ περπάτημα αυτές τις μέρες. Το τρίτο σύννεφο είναι μεγάλο και πρέπει να είμαι προετοιμασμένη. Έμαθα ότι θα έρθει κι ένας φίλος σου εδώ. Όχι δε θα τον ρωτήσω τι κάνεις, ούτε αν μεγάλωσες, ούτε αν πέσαν τα μαλλιά σου. Δε θέλω καμία νέα εικόνα και καμία νέα διάσταση. Απλά μη με ακολουθήσεις. Είναι λίγο περίεργα αυτά τα μέρη για σένα.
Για μένα όλα τα μέρη είναι περίεργα. Εσύ έχεις μάθει να μένεις, να αντέχεις και να περιμένεις. Εγώ πάλι όχι. Εγώ πρέπει να φεύγω. Απ’ τη δουλειά, απ’ το σπίτι που δε με σηκώνει ποτέ πιο πάνω απ’ τον εαυτό μου, απ’ τους ανθρώπους που δε με σηκώνουν ποτέ πιο πάνω απ’ τη ζωή και τώρα από το σύννεφο. Ειδικά όταν το ρολόι δείχνει εννέα και έξι. Τότε αρχίζει να κάνει κρύο και δε μ’ αρέσει το σύννεφο μου. Θέλω να κατέβω. Γιατί με έστειλες εδώ πάνω; Γιατί μόνη μου;
Ξ έ φ τ ι σ α. Βλέπεις; Όλο αφήνω κίτρινες κλωστές πίσω μου και η Αλίκη όλο μου λέει μη και μη. Δεν θέλω άλλα μη. Ύστερα τρέχει από πίσω μου για να τις μαζέψει αλλά το μόνο που βρίσκει είναι μπερδεμένες λέξεις. Παράξενο, δε νομίζεις; Πονάω ή πεινάω; Διαβάζω τον ίδιο σ τ ί χ ο εκατό φορές. «Ξεχασμένες ομπρέλες στο τελευταίο δρομολόγιο», «Ξεχασμένες ομπρέλες στο τελευταίο δρομολόγιο». Ποιος παρατάει έτσι την ομπρέλα του; Το σύννεφο μου ετοιμάζεται να βρέξει. Κρίμα που θα γίνετε μούσκεμα.
Όχι εγώ δε θα ‘ρθω. Θα μείνω εδώ πάνω λίγο ακόμα να κοιμηθώ όσο βρέχει, γιατί η βροχή θα μυρίζει πορτοκάλι.

12.2.09

Χίλιες κρυψώνες να 'χεις να ξεχνάς.
Τους είπα ψ έ μ α τ α για σένα, τα ίδια ψέματα, αλλά εσύ χίλιες α λ ή θ ε ι ε ς να λες για να ξεχνάς.

9.2.09

Όρια. Πάντα προσπαθώ να γράφω πάνω στις γραμμές και δε μπορώ γαμώτο. Είναι φθηνός ο κόσμος. Είναι λίγοι οι άνθρωποι. Θέλω να ζητήσω πίσω τον χρόνο που ξόδεψα. Χρειάζομαι χρόνο για να ξοδέψω. Σε μένα. Νομίζω πως πρέπει να με αφήσω λίγο πάνω στο σύννεφο μου μήπως και σκαρφαλώσω πιο πάνω απ’ τη ζωή μου. Όρια, χρόνια τώρα ξεπερασμένα τριάντα δύο χιλιάδες φορές. Και εγώ να μη βλέπω. Μεγάλωσα όμως και δεν πιστεύω πια κανέναν. Σήμερα έγιναν τριάντα δύο χιλιάδες και ακόμα μία. Μου φώναξα δυο τρεις φορές και μετά νομίζω πως ξύπνησα. Τι σημασία έχει ποιος φταίει;

Φόρεσα χθες τη μπλούζα σου. Μ υ ρ ί ζ ε ι αλλιώς τώρα που λείπεις. Καλύτερα που έφυγες. Και να έμενες όλο θυμωμένος θα ήσουν. Τώρα τουλάχιστον μπορούμε να περπατήσουμε για λίγο. Θέλω να κάνω μια βόλτα χωρίς να παίξω. Θέλω να κολυμπήσω σε ένα ποτάμι με ένα ψάρι δίπλα μου να με τσιμπάει. Μπορώ; Σε σένα μιλάω. Γιατί δεν μπορώ; Γ ε λ ά ω πολύ με τους ανθρώπους που θέλουν να απαντήσουν στα γιατί τους. Μα πιο πολύ με εκείνους που προσπαθούν να αλλάξουν αυτό που είναι. Κανείς ποτέ δεν αλλάζει. Εγώ τόσο καιρό προσπαθούσα να εξαγοράσω την ανάσταση σου. Έμαθα και τώρα πρέπει να ξεμάθω. Θέλω να γίνω ο Ξένος για να δω αν μπορώ να ζήσω με τις αναμνήσεις μου. Φοβάμαι πως δε μου φτάνουν πια. Θέλω ανθρώπους μαζί μου, όχι δικούς μου. Δε θέλω τίποτα δικό μου. Πότε θα ξημερώσει αυτή η μέρα;

Ψάχνω μέρες αυτό το καρτελάκι σιωπής που μου είχες χαρίσει. Εγώ τελικά τώρα πια πιστεύω πως μια σιωπή μπορεί να μεταμορφώσει τον βάτραχο σε πρίγκιπα και το ασχημόπαπο σε κύκνο. Εσύ;

31.1.09

"Το ζήτημα είναι", είπε η Αλίκη, "αν μπορείς να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν τόσο πολλά διαφορετικά πράγματα". "Το ζήτημα είναι", είπε ο Χάμπτυ Ντάμπτυ, "ποιος είναι το αφεντικό, αυτό είναι όλο".

Σβήσε και πέτα όλες τις λέξεις. Δε θα παίξω άλλο. Δε θέλω να κερδίσω. Με τα χρόνια ξέμαθα να κερδίζω. Ξέμαθα να ανοίγω μαγικές πόρτες και να παίζω με τους φόβους μου. Τώρα κλείνω τα μάτια μου. Υπάρχει πάντα η δυνατότητα να βλέπεις αυτό που συντελείται κάθε φορά μπροστά στα μάτια σου ή να επιλέγεις να μη δεις.

Με άρπαξα προχθές να μου μιλήσω αλλά δεν είχα τι να μου πω. Κουράστηκα να λέω τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκα να παίζω σωστά τις νότες και πάντα να ακούγονται λάθος. Να πρέπει να απαιτώ, να εξηγώ και να ρ ά β ω επειδή ξήλωσα.

Εσύ μου ζήτησες να σε ξηλώσω, δε θυμάσαι; Τότε που σε συνάντησα πριν δύο αιώνες, τρεις μέρες και σαράντα λεπτά.

Ξεχνάω τελευταία. Πώς μοιάζω; Έσπασα τον καθρέφτη μου. Ξεχνάω σημειώματα στο ψυγείο. Μην το ανοίξεις. Είναι άδειο. Τις τελευταίες μέρες προσπαθώ να με κάνω να πεινάσω αλλά δε μπορώ. Ξεχνάω και δε θέλω. Θυμάμαι και δε θέλω. Θέλω να με χορτάσω. Θέλω να με αγοράσω. Θέλω να με μαδήσω για να δω αν με αγαπάω. Θέλω να σε κοιτάζω απ' το παράθυρο όταν φεύγεις.

Αφήνω ξεκλείδωτα και περιμένω. Ακούω ήχους παρεξηγημένους και ανεξήγητους όμως ποτέ το τρίξιμο της πόρτας. Εγώ γιατί δεν ακούγομαι πια; Ζηλεύω εκείνους που μπορούν πάντα να ακούγονται κι εκείνους που βολεύονται με αυτό που είναι. Άκουσε με μία μόνο φορά. Ά κ ο υ σ ε με! Ξέρω πως για να πάρεις πρέπει να ζητήσεις αλλά εγώ δε θέλω να ζητάω.

11.1.09

Ψάχνω ακόμα κάτι να χαρίσω για τον καινούριο χρόνο. Νυχτώνει, ξημερώνει και εγώ ακόμα ψάχνω. Ξέμεινα από ευχές. Δεν θέλω να γίνω καινούρια φέτος. Αλήθεια δεν θέλω. Θα περιμένω όσο χρειαστεί. Δεν έχω περιέργεια πια. Πρώην κι αυτή. Πρώην περιέργεια, πρώην φόβος, πρώην κλωστές διάσωσης.

Με αυτές έραψα τα χείλη σου και τα δικά μου. Συγχώρεσε με. Δεν ήθελα να σε πονέσω. Είναι που μερικές φορές η σιωπή είναι αναγκαία. Πρέπει να μάθεις να την μοιράζεσαι, ιδίως πριν την αποχώρηση.

Λιγόστεψα..λιγόστεψα...

Έκοψα όλες τις καλές συνήθειες και τώρα ξέρω λίγο απ' όλα. Αν δεν υπήρχε η απόσταση θα μάθαινα να γκρεμίζω για να ξαναχτίσω. Έτσι δεν μπορώ. Θέλω να γίνω ο πραγματικός ιδιοκτήτης των ονείρων μου αλλά δεν μπορώ τώρα.

Όταν αλλάζω νομίζω πως σου μοιάζω όλο και περισσότερο. Γιατί δεν ψάχνεις κι εσύ λίγο; Εγώ προς εκγύμναση της μνήμης ανοίγω ακόμα και το μαγικό κουτί μου. Φαντάζομαι ότι τρώω ένα μεγάλο κόκκινο γλυφιτζούρι και είναι όλα τόσο απλά και εύκολα. Και έπειτα σκέφτομαι ότι σιχαίνομαι τα εύκολα και ξυπνάω απότομα.

Πολύ ζεστές οι τελευταίες νύχτες. Σε κοίταζα που κοιμόσουν, αλλά δεν άνοιγες ποτέ τα μάτια σου. Δεν μπορώ να δω κάτω απ' τα βλέφαρα σου. Φοβάμαι μήπως γεμίσουν ψέματα. Απ' όλο το ταξίδι μου έμεινε μια κ ό κ κ ι ν η κορδέλα, θυμάσαι; Εκείνη που τύλιξε το πρώτο σου δώρο. Προμήθεια ευτυχίας, αγορά ανάστασης.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Tώρα γεμίζω καθημερινά το σπίτι με χαρτάκια για να θυμηθώ να με ρωτήσω τι θέλω αλλά πάντα το ξεχνάω.

9.1.09

Κοιμήθηκα και ξύπνησα. Μεγάλωσα σε μία μόνο μέρα. Ή μάλλον σε μια νύχτα. Είμαι σίγουρα πιο μεγάλη από χθες μα μοιάζω πιο μικρή. Είμαι πιο όμορφη απ' ότι πέρισυ. Είμαι..Είμαι; Πώς ξύπνησα; Φοβήθηκα να κοιμηθώ. Τώρα πια κάνω βόλτες. Τι σημασία έχει πόσες; Αδειάζω έτσι. Παραμυθιάζομαι ότι φεύγω.
Γυρίζω μετά ασθμαίνοντας στο σπίτι μου, μετρώντας τα σκαλοπάτια ένα ένα. Κι ύστερα κάθομαι στον καναπέ που πάλιωσε νομίζω πια και ακούω το ίδιο κομμάτι εκατό φορές. Άργησες πάλι. Πήγε δέκα και είκοσι. Μέτρησα όλα τα μη και τα ίσως τόσες και τόσες ώρες. Μέτρησα και τα πορτοκάλια στο μπολ της κουζίνας. Βαριέμαι να μετράω μερικές φορές. Πότε θα βγουν οι φράουλες; Με κούρασε η αναμονή.
Θυμάσαι εκείνον το καθρέφτη δίπλα απ' την πόρτα του σπιτιού σου; Είναι άχρηστος πια. Δεν μπορεί να αποδείξει την υπεροχή σου. Τουλάχιστον όχι στα μάτια μου. Περίεργο ε; Βροχή πάλι χθες. Κάθησα και την άκουσα. Νομίζω πως σιχαίνομαι αυτόν τον ήχο.

Μοιάζει γκρι μα εγώ προτιμώ το άσπρο ή το μαύρο.

Δεν μπορείς να μιλήσεις όμως εάν δεν έχεις ακούσει πρώτα. Μερικοί ήχοι είναι κάπως ειρωνικοί, δε νομίζεις; Κι άλλες φορές οι σιωπές ή οι λέξεις. Λατρεύω τις λέξεις. Ίδιες σε διαφορετικά κάθε φορά στόματα, σε άλλη σειρά. Πώς να καταλάβεις; Δεν μπορείς να βάλεις όρια στα λόγια. Δεν μπορείς να βάλεις λουρί στην ζωή σου και να την πας όπου θες κι είναι καλύτερα έτσι.
Νομίζω ότι έχω ξεχάσει πώς είναι να κλαις... έχω ξεχάσει πως να κ λ α ί ω. Αυτή τη νύχτα λέω να μετρήσω τι δεν χρειάζομαι κι ίσως όταν πετάξω τα άχρηστα να ξαναθυμηθώ.