31.1.09

"Το ζήτημα είναι", είπε η Αλίκη, "αν μπορείς να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν τόσο πολλά διαφορετικά πράγματα". "Το ζήτημα είναι", είπε ο Χάμπτυ Ντάμπτυ, "ποιος είναι το αφεντικό, αυτό είναι όλο".

Σβήσε και πέτα όλες τις λέξεις. Δε θα παίξω άλλο. Δε θέλω να κερδίσω. Με τα χρόνια ξέμαθα να κερδίζω. Ξέμαθα να ανοίγω μαγικές πόρτες και να παίζω με τους φόβους μου. Τώρα κλείνω τα μάτια μου. Υπάρχει πάντα η δυνατότητα να βλέπεις αυτό που συντελείται κάθε φορά μπροστά στα μάτια σου ή να επιλέγεις να μη δεις.

Με άρπαξα προχθές να μου μιλήσω αλλά δεν είχα τι να μου πω. Κουράστηκα να λέω τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκα να παίζω σωστά τις νότες και πάντα να ακούγονται λάθος. Να πρέπει να απαιτώ, να εξηγώ και να ρ ά β ω επειδή ξήλωσα.

Εσύ μου ζήτησες να σε ξηλώσω, δε θυμάσαι; Τότε που σε συνάντησα πριν δύο αιώνες, τρεις μέρες και σαράντα λεπτά.

Ξεχνάω τελευταία. Πώς μοιάζω; Έσπασα τον καθρέφτη μου. Ξεχνάω σημειώματα στο ψυγείο. Μην το ανοίξεις. Είναι άδειο. Τις τελευταίες μέρες προσπαθώ να με κάνω να πεινάσω αλλά δε μπορώ. Ξεχνάω και δε θέλω. Θυμάμαι και δε θέλω. Θέλω να με χορτάσω. Θέλω να με αγοράσω. Θέλω να με μαδήσω για να δω αν με αγαπάω. Θέλω να σε κοιτάζω απ' το παράθυρο όταν φεύγεις.

Αφήνω ξεκλείδωτα και περιμένω. Ακούω ήχους παρεξηγημένους και ανεξήγητους όμως ποτέ το τρίξιμο της πόρτας. Εγώ γιατί δεν ακούγομαι πια; Ζηλεύω εκείνους που μπορούν πάντα να ακούγονται κι εκείνους που βολεύονται με αυτό που είναι. Άκουσε με μία μόνο φορά. Ά κ ο υ σ ε με! Ξέρω πως για να πάρεις πρέπει να ζητήσεις αλλά εγώ δε θέλω να ζητάω.

11.1.09

Ψάχνω ακόμα κάτι να χαρίσω για τον καινούριο χρόνο. Νυχτώνει, ξημερώνει και εγώ ακόμα ψάχνω. Ξέμεινα από ευχές. Δεν θέλω να γίνω καινούρια φέτος. Αλήθεια δεν θέλω. Θα περιμένω όσο χρειαστεί. Δεν έχω περιέργεια πια. Πρώην κι αυτή. Πρώην περιέργεια, πρώην φόβος, πρώην κλωστές διάσωσης.

Με αυτές έραψα τα χείλη σου και τα δικά μου. Συγχώρεσε με. Δεν ήθελα να σε πονέσω. Είναι που μερικές φορές η σιωπή είναι αναγκαία. Πρέπει να μάθεις να την μοιράζεσαι, ιδίως πριν την αποχώρηση.

Λιγόστεψα..λιγόστεψα...

Έκοψα όλες τις καλές συνήθειες και τώρα ξέρω λίγο απ' όλα. Αν δεν υπήρχε η απόσταση θα μάθαινα να γκρεμίζω για να ξαναχτίσω. Έτσι δεν μπορώ. Θέλω να γίνω ο πραγματικός ιδιοκτήτης των ονείρων μου αλλά δεν μπορώ τώρα.

Όταν αλλάζω νομίζω πως σου μοιάζω όλο και περισσότερο. Γιατί δεν ψάχνεις κι εσύ λίγο; Εγώ προς εκγύμναση της μνήμης ανοίγω ακόμα και το μαγικό κουτί μου. Φαντάζομαι ότι τρώω ένα μεγάλο κόκκινο γλυφιτζούρι και είναι όλα τόσο απλά και εύκολα. Και έπειτα σκέφτομαι ότι σιχαίνομαι τα εύκολα και ξυπνάω απότομα.

Πολύ ζεστές οι τελευταίες νύχτες. Σε κοίταζα που κοιμόσουν, αλλά δεν άνοιγες ποτέ τα μάτια σου. Δεν μπορώ να δω κάτω απ' τα βλέφαρα σου. Φοβάμαι μήπως γεμίσουν ψέματα. Απ' όλο το ταξίδι μου έμεινε μια κ ό κ κ ι ν η κορδέλα, θυμάσαι; Εκείνη που τύλιξε το πρώτο σου δώρο. Προμήθεια ευτυχίας, αγορά ανάστασης.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Tώρα γεμίζω καθημερινά το σπίτι με χαρτάκια για να θυμηθώ να με ρωτήσω τι θέλω αλλά πάντα το ξεχνάω.

9.1.09

Κοιμήθηκα και ξύπνησα. Μεγάλωσα σε μία μόνο μέρα. Ή μάλλον σε μια νύχτα. Είμαι σίγουρα πιο μεγάλη από χθες μα μοιάζω πιο μικρή. Είμαι πιο όμορφη απ' ότι πέρισυ. Είμαι..Είμαι; Πώς ξύπνησα; Φοβήθηκα να κοιμηθώ. Τώρα πια κάνω βόλτες. Τι σημασία έχει πόσες; Αδειάζω έτσι. Παραμυθιάζομαι ότι φεύγω.
Γυρίζω μετά ασθμαίνοντας στο σπίτι μου, μετρώντας τα σκαλοπάτια ένα ένα. Κι ύστερα κάθομαι στον καναπέ που πάλιωσε νομίζω πια και ακούω το ίδιο κομμάτι εκατό φορές. Άργησες πάλι. Πήγε δέκα και είκοσι. Μέτρησα όλα τα μη και τα ίσως τόσες και τόσες ώρες. Μέτρησα και τα πορτοκάλια στο μπολ της κουζίνας. Βαριέμαι να μετράω μερικές φορές. Πότε θα βγουν οι φράουλες; Με κούρασε η αναμονή.
Θυμάσαι εκείνον το καθρέφτη δίπλα απ' την πόρτα του σπιτιού σου; Είναι άχρηστος πια. Δεν μπορεί να αποδείξει την υπεροχή σου. Τουλάχιστον όχι στα μάτια μου. Περίεργο ε; Βροχή πάλι χθες. Κάθησα και την άκουσα. Νομίζω πως σιχαίνομαι αυτόν τον ήχο.

Μοιάζει γκρι μα εγώ προτιμώ το άσπρο ή το μαύρο.

Δεν μπορείς να μιλήσεις όμως εάν δεν έχεις ακούσει πρώτα. Μερικοί ήχοι είναι κάπως ειρωνικοί, δε νομίζεις; Κι άλλες φορές οι σιωπές ή οι λέξεις. Λατρεύω τις λέξεις. Ίδιες σε διαφορετικά κάθε φορά στόματα, σε άλλη σειρά. Πώς να καταλάβεις; Δεν μπορείς να βάλεις όρια στα λόγια. Δεν μπορείς να βάλεις λουρί στην ζωή σου και να την πας όπου θες κι είναι καλύτερα έτσι.
Νομίζω ότι έχω ξεχάσει πώς είναι να κλαις... έχω ξεχάσει πως να κ λ α ί ω. Αυτή τη νύχτα λέω να μετρήσω τι δεν χρειάζομαι κι ίσως όταν πετάξω τα άχρηστα να ξαναθυμηθώ.