11.1.09

Ψάχνω ακόμα κάτι να χαρίσω για τον καινούριο χρόνο. Νυχτώνει, ξημερώνει και εγώ ακόμα ψάχνω. Ξέμεινα από ευχές. Δεν θέλω να γίνω καινούρια φέτος. Αλήθεια δεν θέλω. Θα περιμένω όσο χρειαστεί. Δεν έχω περιέργεια πια. Πρώην κι αυτή. Πρώην περιέργεια, πρώην φόβος, πρώην κλωστές διάσωσης.

Με αυτές έραψα τα χείλη σου και τα δικά μου. Συγχώρεσε με. Δεν ήθελα να σε πονέσω. Είναι που μερικές φορές η σιωπή είναι αναγκαία. Πρέπει να μάθεις να την μοιράζεσαι, ιδίως πριν την αποχώρηση.

Λιγόστεψα..λιγόστεψα...

Έκοψα όλες τις καλές συνήθειες και τώρα ξέρω λίγο απ' όλα. Αν δεν υπήρχε η απόσταση θα μάθαινα να γκρεμίζω για να ξαναχτίσω. Έτσι δεν μπορώ. Θέλω να γίνω ο πραγματικός ιδιοκτήτης των ονείρων μου αλλά δεν μπορώ τώρα.

Όταν αλλάζω νομίζω πως σου μοιάζω όλο και περισσότερο. Γιατί δεν ψάχνεις κι εσύ λίγο; Εγώ προς εκγύμναση της μνήμης ανοίγω ακόμα και το μαγικό κουτί μου. Φαντάζομαι ότι τρώω ένα μεγάλο κόκκινο γλυφιτζούρι και είναι όλα τόσο απλά και εύκολα. Και έπειτα σκέφτομαι ότι σιχαίνομαι τα εύκολα και ξυπνάω απότομα.

Πολύ ζεστές οι τελευταίες νύχτες. Σε κοίταζα που κοιμόσουν, αλλά δεν άνοιγες ποτέ τα μάτια σου. Δεν μπορώ να δω κάτω απ' τα βλέφαρα σου. Φοβάμαι μήπως γεμίσουν ψέματα. Απ' όλο το ταξίδι μου έμεινε μια κ ό κ κ ι ν η κορδέλα, θυμάσαι; Εκείνη που τύλιξε το πρώτο σου δώρο. Προμήθεια ευτυχίας, αγορά ανάστασης.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Tώρα γεμίζω καθημερινά το σπίτι με χαρτάκια για να θυμηθώ να με ρωτήσω τι θέλω αλλά πάντα το ξεχνάω.