22.2.09

Πήρα μια σκάλα και σκαρφάλωσα για να κόψω τα άσπρα παπούτσια σου. Δεν ταιριάζουν με τα δικά μου, αλλά δεν πειράζει, είναι εντάξει για μια βόλτα. Φοβάμαι τις σκάλες. Φ ο β ά μ α ι τα ύψη. Είναι δύσκολη μερικές φορές η πτώση. Άλλες πάλι τόσο λυτρωτική. Ειδικά όταν σκουπίζεις τα αίματα από τα πόδια σου και ξέρεις πως κατά βάθος διάλεξες μόνος σου να πέσεις. Το πρόβλημα είναι όταν πέφτει κι η μάσκα σου μαζί με σένα. Τι κοιτάς; Δεν υπάρχει τίποτα να δεις εδώ αν δε βγάλεις κι εσύ τη δική σου μάσκα. Αλήθεια λιγότερη απ’ όσα προσωπεία. Μη με κοιτάζεις σου λέω. Μη μου ψιθυρίζεις πάλι. Μου ψ ι θ υ ρ ί ζ ω εγώ και φτάνει. Μου λέω όλες τις αλήθειες αλλά συχνά κλείνω τα αυτιά μου πριν αφήσω πίσω μου τη νύχτα. Ψίθυροι αυτοδιάλυσης. Υποψίες παραίτησης. Νομίζω πως θέλω να με λιώσω για να δω αν τελικά υπάρχω. Μακάρι να ήσουνα εδώ για να με βοηθήσεις κι ας μη σε ξέρω ακόμα. Κατά βάθος διάλεξα να λέω «μακάρι». Ψεύτικα ή αληθινά; Τι σημασία έχει.. Δε θέλω να ξέρω. Δε ξέρω τίποτα από δω και μπρος. Κάποτε όταν ε ρ ω τ ε υ τ ώ πολύ δε θα χρειάζεται να λέω «μακάρι», ούτε «θέλω», ούτε και καμιά άλλη λέξη από αυτές που σιχαίνομαι. Μέχρι τότε δεν βαριέσαι, καλά είναι κι έτσι.

18.2.09

Έχω βγει από το σώμα μου. Ίσως είμαι κύμα, ίσως είμαι σύννεφο, ίσως τίποτα από όλα αυτά ή όλα αυτά μαζί. Βλέπω τον κόσμο ανάποδα, θέλω να πω, από το τέλος προς την αρχη. Αρχή και τέλος, ρευστά όρια σχεδόν δυσδιάκριτα. Κομμένα πόδια κρεμασμένα ανάποδα από το ταβάνι. Όχι δε φοβάμαι. Μονό τα νεύρα μου έχω γιατί έφαγα όλο το παγωτό που είχα για απόψε. Εσύ γιατί φ ο β ά σ α ι πάλι;
Περίεργο να βλέπεις τα πάντα από ψηλά. Πόσο βαρετοί είναι όλοι με την τετραγωνισμένη ζωή τους. Εεε προσέξτε βλέπω μια χαραμάδα. Θα σας χύσω λίγη πορτοκαλάδα. Δε μου αρέσει είναι πολύ ξινή. Η Αλίκη λέει να βάζω ζάχαρη, ο Βασιλιάς λέει να μη βάζω. Κι εγώ δε θέλω να ακούσω κανέναν. Ελπίζω να σας λέρωσα πολύ. Ελπίζω να κολλήσετε για πάντα πορτοκαλίτιδα.
Φοράω μια κίτρινη μπλούζα. Τελικά μου αρέσει το κίτρινο, δεν το ήξερα. Θα πάρω και κίτρινα παπούτσια γιατί έχω πολύ περπάτημα αυτές τις μέρες. Το τρίτο σύννεφο είναι μεγάλο και πρέπει να είμαι προετοιμασμένη. Έμαθα ότι θα έρθει κι ένας φίλος σου εδώ. Όχι δε θα τον ρωτήσω τι κάνεις, ούτε αν μεγάλωσες, ούτε αν πέσαν τα μαλλιά σου. Δε θέλω καμία νέα εικόνα και καμία νέα διάσταση. Απλά μη με ακολουθήσεις. Είναι λίγο περίεργα αυτά τα μέρη για σένα.
Για μένα όλα τα μέρη είναι περίεργα. Εσύ έχεις μάθει να μένεις, να αντέχεις και να περιμένεις. Εγώ πάλι όχι. Εγώ πρέπει να φεύγω. Απ’ τη δουλειά, απ’ το σπίτι που δε με σηκώνει ποτέ πιο πάνω απ’ τον εαυτό μου, απ’ τους ανθρώπους που δε με σηκώνουν ποτέ πιο πάνω απ’ τη ζωή και τώρα από το σύννεφο. Ειδικά όταν το ρολόι δείχνει εννέα και έξι. Τότε αρχίζει να κάνει κρύο και δε μ’ αρέσει το σύννεφο μου. Θέλω να κατέβω. Γιατί με έστειλες εδώ πάνω; Γιατί μόνη μου;
Ξ έ φ τ ι σ α. Βλέπεις; Όλο αφήνω κίτρινες κλωστές πίσω μου και η Αλίκη όλο μου λέει μη και μη. Δεν θέλω άλλα μη. Ύστερα τρέχει από πίσω μου για να τις μαζέψει αλλά το μόνο που βρίσκει είναι μπερδεμένες λέξεις. Παράξενο, δε νομίζεις; Πονάω ή πεινάω; Διαβάζω τον ίδιο σ τ ί χ ο εκατό φορές. «Ξεχασμένες ομπρέλες στο τελευταίο δρομολόγιο», «Ξεχασμένες ομπρέλες στο τελευταίο δρομολόγιο». Ποιος παρατάει έτσι την ομπρέλα του; Το σύννεφο μου ετοιμάζεται να βρέξει. Κρίμα που θα γίνετε μούσκεμα.
Όχι εγώ δε θα ‘ρθω. Θα μείνω εδώ πάνω λίγο ακόμα να κοιμηθώ όσο βρέχει, γιατί η βροχή θα μυρίζει πορτοκάλι.

12.2.09

Χίλιες κρυψώνες να 'χεις να ξεχνάς.
Τους είπα ψ έ μ α τ α για σένα, τα ίδια ψέματα, αλλά εσύ χίλιες α λ ή θ ε ι ε ς να λες για να ξεχνάς.

9.2.09

Όρια. Πάντα προσπαθώ να γράφω πάνω στις γραμμές και δε μπορώ γαμώτο. Είναι φθηνός ο κόσμος. Είναι λίγοι οι άνθρωποι. Θέλω να ζητήσω πίσω τον χρόνο που ξόδεψα. Χρειάζομαι χρόνο για να ξοδέψω. Σε μένα. Νομίζω πως πρέπει να με αφήσω λίγο πάνω στο σύννεφο μου μήπως και σκαρφαλώσω πιο πάνω απ’ τη ζωή μου. Όρια, χρόνια τώρα ξεπερασμένα τριάντα δύο χιλιάδες φορές. Και εγώ να μη βλέπω. Μεγάλωσα όμως και δεν πιστεύω πια κανέναν. Σήμερα έγιναν τριάντα δύο χιλιάδες και ακόμα μία. Μου φώναξα δυο τρεις φορές και μετά νομίζω πως ξύπνησα. Τι σημασία έχει ποιος φταίει;

Φόρεσα χθες τη μπλούζα σου. Μ υ ρ ί ζ ε ι αλλιώς τώρα που λείπεις. Καλύτερα που έφυγες. Και να έμενες όλο θυμωμένος θα ήσουν. Τώρα τουλάχιστον μπορούμε να περπατήσουμε για λίγο. Θέλω να κάνω μια βόλτα χωρίς να παίξω. Θέλω να κολυμπήσω σε ένα ποτάμι με ένα ψάρι δίπλα μου να με τσιμπάει. Μπορώ; Σε σένα μιλάω. Γιατί δεν μπορώ; Γ ε λ ά ω πολύ με τους ανθρώπους που θέλουν να απαντήσουν στα γιατί τους. Μα πιο πολύ με εκείνους που προσπαθούν να αλλάξουν αυτό που είναι. Κανείς ποτέ δεν αλλάζει. Εγώ τόσο καιρό προσπαθούσα να εξαγοράσω την ανάσταση σου. Έμαθα και τώρα πρέπει να ξεμάθω. Θέλω να γίνω ο Ξένος για να δω αν μπορώ να ζήσω με τις αναμνήσεις μου. Φοβάμαι πως δε μου φτάνουν πια. Θέλω ανθρώπους μαζί μου, όχι δικούς μου. Δε θέλω τίποτα δικό μου. Πότε θα ξημερώσει αυτή η μέρα;

Ψάχνω μέρες αυτό το καρτελάκι σιωπής που μου είχες χαρίσει. Εγώ τελικά τώρα πια πιστεύω πως μια σιωπή μπορεί να μεταμορφώσει τον βάτραχο σε πρίγκιπα και το ασχημόπαπο σε κύκνο. Εσύ;