9.2.09

Όρια. Πάντα προσπαθώ να γράφω πάνω στις γραμμές και δε μπορώ γαμώτο. Είναι φθηνός ο κόσμος. Είναι λίγοι οι άνθρωποι. Θέλω να ζητήσω πίσω τον χρόνο που ξόδεψα. Χρειάζομαι χρόνο για να ξοδέψω. Σε μένα. Νομίζω πως πρέπει να με αφήσω λίγο πάνω στο σύννεφο μου μήπως και σκαρφαλώσω πιο πάνω απ’ τη ζωή μου. Όρια, χρόνια τώρα ξεπερασμένα τριάντα δύο χιλιάδες φορές. Και εγώ να μη βλέπω. Μεγάλωσα όμως και δεν πιστεύω πια κανέναν. Σήμερα έγιναν τριάντα δύο χιλιάδες και ακόμα μία. Μου φώναξα δυο τρεις φορές και μετά νομίζω πως ξύπνησα. Τι σημασία έχει ποιος φταίει;

Φόρεσα χθες τη μπλούζα σου. Μ υ ρ ί ζ ε ι αλλιώς τώρα που λείπεις. Καλύτερα που έφυγες. Και να έμενες όλο θυμωμένος θα ήσουν. Τώρα τουλάχιστον μπορούμε να περπατήσουμε για λίγο. Θέλω να κάνω μια βόλτα χωρίς να παίξω. Θέλω να κολυμπήσω σε ένα ποτάμι με ένα ψάρι δίπλα μου να με τσιμπάει. Μπορώ; Σε σένα μιλάω. Γιατί δεν μπορώ; Γ ε λ ά ω πολύ με τους ανθρώπους που θέλουν να απαντήσουν στα γιατί τους. Μα πιο πολύ με εκείνους που προσπαθούν να αλλάξουν αυτό που είναι. Κανείς ποτέ δεν αλλάζει. Εγώ τόσο καιρό προσπαθούσα να εξαγοράσω την ανάσταση σου. Έμαθα και τώρα πρέπει να ξεμάθω. Θέλω να γίνω ο Ξένος για να δω αν μπορώ να ζήσω με τις αναμνήσεις μου. Φοβάμαι πως δε μου φτάνουν πια. Θέλω ανθρώπους μαζί μου, όχι δικούς μου. Δε θέλω τίποτα δικό μου. Πότε θα ξημερώσει αυτή η μέρα;

Ψάχνω μέρες αυτό το καρτελάκι σιωπής που μου είχες χαρίσει. Εγώ τελικά τώρα πια πιστεύω πως μια σιωπή μπορεί να μεταμορφώσει τον βάτραχο σε πρίγκιπα και το ασχημόπαπο σε κύκνο. Εσύ;