18.2.09

Έχω βγει από το σώμα μου. Ίσως είμαι κύμα, ίσως είμαι σύννεφο, ίσως τίποτα από όλα αυτά ή όλα αυτά μαζί. Βλέπω τον κόσμο ανάποδα, θέλω να πω, από το τέλος προς την αρχη. Αρχή και τέλος, ρευστά όρια σχεδόν δυσδιάκριτα. Κομμένα πόδια κρεμασμένα ανάποδα από το ταβάνι. Όχι δε φοβάμαι. Μονό τα νεύρα μου έχω γιατί έφαγα όλο το παγωτό που είχα για απόψε. Εσύ γιατί φ ο β ά σ α ι πάλι;
Περίεργο να βλέπεις τα πάντα από ψηλά. Πόσο βαρετοί είναι όλοι με την τετραγωνισμένη ζωή τους. Εεε προσέξτε βλέπω μια χαραμάδα. Θα σας χύσω λίγη πορτοκαλάδα. Δε μου αρέσει είναι πολύ ξινή. Η Αλίκη λέει να βάζω ζάχαρη, ο Βασιλιάς λέει να μη βάζω. Κι εγώ δε θέλω να ακούσω κανέναν. Ελπίζω να σας λέρωσα πολύ. Ελπίζω να κολλήσετε για πάντα πορτοκαλίτιδα.
Φοράω μια κίτρινη μπλούζα. Τελικά μου αρέσει το κίτρινο, δεν το ήξερα. Θα πάρω και κίτρινα παπούτσια γιατί έχω πολύ περπάτημα αυτές τις μέρες. Το τρίτο σύννεφο είναι μεγάλο και πρέπει να είμαι προετοιμασμένη. Έμαθα ότι θα έρθει κι ένας φίλος σου εδώ. Όχι δε θα τον ρωτήσω τι κάνεις, ούτε αν μεγάλωσες, ούτε αν πέσαν τα μαλλιά σου. Δε θέλω καμία νέα εικόνα και καμία νέα διάσταση. Απλά μη με ακολουθήσεις. Είναι λίγο περίεργα αυτά τα μέρη για σένα.
Για μένα όλα τα μέρη είναι περίεργα. Εσύ έχεις μάθει να μένεις, να αντέχεις και να περιμένεις. Εγώ πάλι όχι. Εγώ πρέπει να φεύγω. Απ’ τη δουλειά, απ’ το σπίτι που δε με σηκώνει ποτέ πιο πάνω απ’ τον εαυτό μου, απ’ τους ανθρώπους που δε με σηκώνουν ποτέ πιο πάνω απ’ τη ζωή και τώρα από το σύννεφο. Ειδικά όταν το ρολόι δείχνει εννέα και έξι. Τότε αρχίζει να κάνει κρύο και δε μ’ αρέσει το σύννεφο μου. Θέλω να κατέβω. Γιατί με έστειλες εδώ πάνω; Γιατί μόνη μου;
Ξ έ φ τ ι σ α. Βλέπεις; Όλο αφήνω κίτρινες κλωστές πίσω μου και η Αλίκη όλο μου λέει μη και μη. Δεν θέλω άλλα μη. Ύστερα τρέχει από πίσω μου για να τις μαζέψει αλλά το μόνο που βρίσκει είναι μπερδεμένες λέξεις. Παράξενο, δε νομίζεις; Πονάω ή πεινάω; Διαβάζω τον ίδιο σ τ ί χ ο εκατό φορές. «Ξεχασμένες ομπρέλες στο τελευταίο δρομολόγιο», «Ξεχασμένες ομπρέλες στο τελευταίο δρομολόγιο». Ποιος παρατάει έτσι την ομπρέλα του; Το σύννεφο μου ετοιμάζεται να βρέξει. Κρίμα που θα γίνετε μούσκεμα.
Όχι εγώ δε θα ‘ρθω. Θα μείνω εδώ πάνω λίγο ακόμα να κοιμηθώ όσο βρέχει, γιατί η βροχή θα μυρίζει πορτοκάλι.