31.3.09

Τρομαγμένες α π ο ρ ί ε ς. Δε θέλω να μιλήσω. Αλήθεια. Σφραγισμένες λέξεις θέλω μόνο. Χωρίς λόγο. Βαρέθηκα να σου μιλάω. Ποιος είσαι; Πότε ήρθες και πότε ακριβώς σε γνώρισα; Ορίστε; Δεν σε ξέρω; Μη μιλάς για λίγο. Θέλω να υπολογίσω τη ζωή μου. 3 συν ευτυχία μείον σύννεφα συν ψέματα επί φορές δια στέμματα. Τόσο πρέπει να βγαίνει. Τραβάω μικρές γραμμές κι ύστερα τις ε ν ώ ν ω. Τ ί π ο τ α δεν πρέπει να ξεχωρίζει ούτε και να χωρίζει. Σήμερα λέω να κάνω μια λίστα με όσα χρειάζομαι ή δεν χρειάζομαι ή ν ο μ ί ζ ω ότι δεν χρειάζομαι ή δε θέλω να χρειάζομαι. Την σονάτα, την ασκητική, το μαύρο μου πουλόβερ, τον bukowski, τον ξένο, τον ρίτσο, το σύννεφο, το γαλάζιο βιβλίο που χάρισα και το άσπρο που μου χάρισαν, τα κίτρινα παπούτσια, ένα σκίτσο, τη λιακάδα απ’ το γδαρμένο dvd, τον tim burton, τον cohen, ένα τ ε τ ρ ά δ ι ο, το λίγο, το κ α θ ό λ ο υ, το πριν και το μετά. Θέλω λέξεις καθαρές. Φράσεις χωρίς κόμματα, χωρίς αλλά. Χρειάζομαι τελείες. Θέλω να μ ε τ ρ ή σ ω τις τελείες και μετά να μετρήσω εσένα. Τι λείπει; Περνάει η ώρα. Τι να αλλάξει σε τόσο λίγο χρόνο; Με πράγματα που δεν αλλάζουν μη γελάς. Θυμάσαι που έλεγα όλο βλακείες και γ ε λ ο ύ σ ε ς; Τότε ίσως και να είχα γίνει αθάνατη.

19.3.09

Μουτζούρωσα ανάμεσα στις γραμμές και μετά έριξα μαύρο μελάνι και στο ποίημα μου. Τι σημασία έχει όμως αφού το ξέρω όλο απ’ έξω. Ε ξ ο ι κ ε ί ω σ η το λέω. Εξοικείωση με τις λέξεις ή με τα πρόσωπα πίσω από τις λέξεις. Δεν πρέπει να αργείς με αυτή τη λέξη ούτε και με τη σημασία της, γιατί αν περάσει η ώρα δεν υπάρχει τρόπος να γυρίσεις. Είναι αργά για να δεις το κόκκινο μέσα σε κάθε μαύρη μουτζούρα, πίσω από κάθε μαύρη σταγόνα. Και το "είναι άργα" δε το αντέχω. Πίνω πολύ νερό τελευταία. Είναι σα να θέλω να διώξω τα πάντα. Από μέσα, από δ ί π λ α, από μπροστά, από πίσω ή από πριν. Ιδίως από π ρ ι ν. Γεμίζω το ποτήρι και το νερό είναι κάθε φορά ακόμα πιο μαύρο. Περίμενε θα σου φέρω και σένα λίγο. Είναι ζεστό, ναι. Συγγνώμη, δεν υπολόγισα ότι θα έπινες απ’ το νερό μου. Ξέχασα να μ ο ι ρ ά ζ ο μ α ι μαζί σου. Είναι κάπως ζεστό, εντάξει σου το είπα, μα είναι που θέλω να κάψω ότι υπάρχει μέσα μου. Όχι, δεν πονάω, ούτε παθαίνω τίποτα. Δεν φταίει που συνήθισα, απλά μερικές φορές σκέφτομαι πως είμαι μέσα σε ένα χρωματιστό κύβο και δε μπορώ να βγω από καμία πόρτα. Γράφω, ξ α ν α γ ρ ά φ ω, μουτζουρώνω και με δένω με αλυσίδες. Φαντάζομαι ανθρώπους. Όλοι ανοίγουν τις πόρτες και φεύγουν ένας-ένας. Σου έχω πει ότι σιχαίνομαι τις πόρτες; Είναι ο πιο συγκαταβατικός τρόπος για να φεύγεις. Λες ένα τυπικό ροζ αντίο, ενώ θες να πεις ένα θ υ μ ω μ έ ν ο άι στο διάολο, ανοίγεις την πόρτα και την κλείνεις πίσω σου με ένα δισταγμό ότι δεν έκανες αυτό που πρέπει ή δεν είπες αυτό που ήθελες όμως ποτέ δε γυρίζεις πίσω. Φοβάσαι και γίνεσαι σ' ένα λεπτό τόσο βαρετός που δε μπορείς ούτε καν να χ α μ ο γ ε λ ά σ ε ι ς. Εγώ στον κύβο μου χαμογελάω. Τι γιατί; Γιατί έτσι. Όχι επειδή ξέρω, ούτε επειδή δεν ξέρω. Μπορεί γιατί δεν είμαι σίγουρη αν θα ήθελα να ξέρω. Σε σκάλισα πάντως πολύ αλλά δε βρήκα τίποτα, μάλλον γιατί δεν υπήρχε τίποτα να δω. Με σ κ ά λ ι σ α και μένα και βρήκα πολύ μαύρο νερό. Δε θέλω όμως να είμαι μαύρο νερό, γιατί σκέφτομαι πως αν θυμηθώ ποτέ πως να κλαίω, θα κλάψω μαύρα δάκρυα. Και τότε ούτε η Αλίκη δε θα πιστέψει ότι δεν είμαι χ α μ έ ν η υπόθεση. Την επόμενη φορά που θα έρθεις σπίτι να θυμηθείς να με ρωτήσεις γιατί σταμάτησα να κλαίω και μετά να βάλεις το κομμάτι σου. Ίσως αυτό να φτάνει.

9.3.09

Χρόνος κι επανάληψη στις βροχές, στις αστραπές και στις σκέψεις. Δεν ξημερώνει ποτέ σ’ αυτό το κωλοσύννεφο. Ανοίγω το παράθυρο μα όσο κι αν φωνάζω δεν ακούει να ανοίξει τουλάχιστον κανένα φως. Ποιος ακούει και ποιος βλέπει πια; Πάντα κάτι έβρισκα να κάνω για να μην κοιτάξω στο βάθος της εικόνας. Κι όντως δεν έβλεπα. Είναι δύσκολο να κοιτάζεις μερικές φορές, ειδικά τα μικρά κι ασήμαντα.

Από εδώ πάνω όλα είναι πιο εύκολα. Ο θ ρ ό ν ο ς σου δεν μοιάζει τόσο ψηλά πια ή φταίει που σε κλώτσησα ή που γλίστρησες μόνος σου. Κρύψου. Τώρα πια δε ξέρω που μένεις κι ούτε και θέλω να μάθω. Όχι να μην ξανάρθεις στον θρόνο σου. Όχι, μ' ακούς; Τον έσπασα, τον χτύπησα, τον πέταξα, τον έ κ α ψ α και τον σκότωσα μαζί με σένα. Θα ήθελα να μπορώ να μη βλέπω αλλά δε μπορώ. Θα ήθελα να μπορώ να π ε ρ ι μ έ ν ω αλλά δε γίνεται. Σε λίγο θα βγουν οι φράουλες.

Κοιμήθηκε ακόμα κι ο χειμώνας. Εγώ όχι ακόμα. Πονάει ο λαιμός μου. Εσένα; Ανοίγω συρτάρια, διπλώνω και σκίζω, ψάχνω, δε βρίσκω και τελικά πετάω. Με α π λ ώ ν ω με τέσσερα μανταλάκια και περιμένω κάτι να με βρέξει ή να με κάψει. Κι ύστερα κοιμάμαι λίγο και βλέπω ότι καθόμαστε σε ένα κίτρινο βράχο όμως δε μιλάμε. Παίρνω μια μυτερή πέτρα και χ α ρ ά ζ ω στο σώμα σου όλα τα γράμματα που ξέρω, αλλά καμία λέξη. Δε χρειάζονται άλλες λέξεις για να σου πω τα μυστικά μου. Θα έχεις νομίζω πάντα τα σ η μ ά δ ι α να στα θυμίζουν κι είναι καλύτερα έτσι.