9.3.09

Χρόνος κι επανάληψη στις βροχές, στις αστραπές και στις σκέψεις. Δεν ξημερώνει ποτέ σ’ αυτό το κωλοσύννεφο. Ανοίγω το παράθυρο μα όσο κι αν φωνάζω δεν ακούει να ανοίξει τουλάχιστον κανένα φως. Ποιος ακούει και ποιος βλέπει πια; Πάντα κάτι έβρισκα να κάνω για να μην κοιτάξω στο βάθος της εικόνας. Κι όντως δεν έβλεπα. Είναι δύσκολο να κοιτάζεις μερικές φορές, ειδικά τα μικρά κι ασήμαντα.

Από εδώ πάνω όλα είναι πιο εύκολα. Ο θ ρ ό ν ο ς σου δεν μοιάζει τόσο ψηλά πια ή φταίει που σε κλώτσησα ή που γλίστρησες μόνος σου. Κρύψου. Τώρα πια δε ξέρω που μένεις κι ούτε και θέλω να μάθω. Όχι να μην ξανάρθεις στον θρόνο σου. Όχι, μ' ακούς; Τον έσπασα, τον χτύπησα, τον πέταξα, τον έ κ α ψ α και τον σκότωσα μαζί με σένα. Θα ήθελα να μπορώ να μη βλέπω αλλά δε μπορώ. Θα ήθελα να μπορώ να π ε ρ ι μ έ ν ω αλλά δε γίνεται. Σε λίγο θα βγουν οι φράουλες.

Κοιμήθηκε ακόμα κι ο χειμώνας. Εγώ όχι ακόμα. Πονάει ο λαιμός μου. Εσένα; Ανοίγω συρτάρια, διπλώνω και σκίζω, ψάχνω, δε βρίσκω και τελικά πετάω. Με α π λ ώ ν ω με τέσσερα μανταλάκια και περιμένω κάτι να με βρέξει ή να με κάψει. Κι ύστερα κοιμάμαι λίγο και βλέπω ότι καθόμαστε σε ένα κίτρινο βράχο όμως δε μιλάμε. Παίρνω μια μυτερή πέτρα και χ α ρ ά ζ ω στο σώμα σου όλα τα γράμματα που ξέρω, αλλά καμία λέξη. Δε χρειάζονται άλλες λέξεις για να σου πω τα μυστικά μου. Θα έχεις νομίζω πάντα τα σ η μ ά δ ι α να στα θυμίζουν κι είναι καλύτερα έτσι.