19.3.09

Μουτζούρωσα ανάμεσα στις γραμμές και μετά έριξα μαύρο μελάνι και στο ποίημα μου. Τι σημασία έχει όμως αφού το ξέρω όλο απ’ έξω. Ε ξ ο ι κ ε ί ω σ η το λέω. Εξοικείωση με τις λέξεις ή με τα πρόσωπα πίσω από τις λέξεις. Δεν πρέπει να αργείς με αυτή τη λέξη ούτε και με τη σημασία της, γιατί αν περάσει η ώρα δεν υπάρχει τρόπος να γυρίσεις. Είναι αργά για να δεις το κόκκινο μέσα σε κάθε μαύρη μουτζούρα, πίσω από κάθε μαύρη σταγόνα. Και το "είναι άργα" δε το αντέχω. Πίνω πολύ νερό τελευταία. Είναι σα να θέλω να διώξω τα πάντα. Από μέσα, από δ ί π λ α, από μπροστά, από πίσω ή από πριν. Ιδίως από π ρ ι ν. Γεμίζω το ποτήρι και το νερό είναι κάθε φορά ακόμα πιο μαύρο. Περίμενε θα σου φέρω και σένα λίγο. Είναι ζεστό, ναι. Συγγνώμη, δεν υπολόγισα ότι θα έπινες απ’ το νερό μου. Ξέχασα να μ ο ι ρ ά ζ ο μ α ι μαζί σου. Είναι κάπως ζεστό, εντάξει σου το είπα, μα είναι που θέλω να κάψω ότι υπάρχει μέσα μου. Όχι, δεν πονάω, ούτε παθαίνω τίποτα. Δεν φταίει που συνήθισα, απλά μερικές φορές σκέφτομαι πως είμαι μέσα σε ένα χρωματιστό κύβο και δε μπορώ να βγω από καμία πόρτα. Γράφω, ξ α ν α γ ρ ά φ ω, μουτζουρώνω και με δένω με αλυσίδες. Φαντάζομαι ανθρώπους. Όλοι ανοίγουν τις πόρτες και φεύγουν ένας-ένας. Σου έχω πει ότι σιχαίνομαι τις πόρτες; Είναι ο πιο συγκαταβατικός τρόπος για να φεύγεις. Λες ένα τυπικό ροζ αντίο, ενώ θες να πεις ένα θ υ μ ω μ έ ν ο άι στο διάολο, ανοίγεις την πόρτα και την κλείνεις πίσω σου με ένα δισταγμό ότι δεν έκανες αυτό που πρέπει ή δεν είπες αυτό που ήθελες όμως ποτέ δε γυρίζεις πίσω. Φοβάσαι και γίνεσαι σ' ένα λεπτό τόσο βαρετός που δε μπορείς ούτε καν να χ α μ ο γ ε λ ά σ ε ι ς. Εγώ στον κύβο μου χαμογελάω. Τι γιατί; Γιατί έτσι. Όχι επειδή ξέρω, ούτε επειδή δεν ξέρω. Μπορεί γιατί δεν είμαι σίγουρη αν θα ήθελα να ξέρω. Σε σκάλισα πάντως πολύ αλλά δε βρήκα τίποτα, μάλλον γιατί δεν υπήρχε τίποτα να δω. Με σ κ ά λ ι σ α και μένα και βρήκα πολύ μαύρο νερό. Δε θέλω όμως να είμαι μαύρο νερό, γιατί σκέφτομαι πως αν θυμηθώ ποτέ πως να κλαίω, θα κλάψω μαύρα δάκρυα. Και τότε ούτε η Αλίκη δε θα πιστέψει ότι δεν είμαι χ α μ έ ν η υπόθεση. Την επόμενη φορά που θα έρθεις σπίτι να θυμηθείς να με ρωτήσεις γιατί σταμάτησα να κλαίω και μετά να βάλεις το κομμάτι σου. Ίσως αυτό να φτάνει.