16.4.09

Κλείνω όλες τις κουρτίνες και ξ α π λ ώ ν ω σε μια πράσινη μπλούζα μη με κ ά ψ ε ι η άμμος. Κάνω δύο τ ρ ύ π ε ς μπρος και πίσω για να παίρνω αέρα και τους δίνω ονόματα. Είναι δύσκολο να δίνεις ονόματα. Τις βαφτίζω «πριν» και «μετά» αλλά δε βολεύομαι. Ποτέ δε βολεύομαι. Θέλω κι άλλες. Μία «χθες», μία «σήμερα», μία «ποτέ», μία «πάντα», μία «σε2ώρες», μία «σε31καλοκαίρια» κι ακόμα μία «σε145αιώνες». Γρήγορα έφτασε φέτος το καλοκαίρι. Χαμένος χρόνος πάλι. Πώς μ ε τ ρ ά ς το χρόνο; Εγώ σε φράουλες. Είναι χαζό να μετράς σε φράουλες το ξέρω, αλλά είναι πιο εύκολο έτσι. Μέτρησα πάρα πολλές αυτό το χρόνο. Όσες είδα, όσες δεν είδα, όσες έφαγα και όσες σου χ ά ρ ι σ α κάτι ηλίθια πρωινά που δεν ξημέρωνε. Σήμερα έχει πολύ ήλιο και δεν α ν τ έ χ ω τόσο φως μερικές φορές. Φοβάμαι τις μέρες που ξεκινούν απότομα με τόσο ήλιο. Θέλουν να σε κ ά ψ ο υ ν, να σε βράσουν κι ύστερα να σε πετσοκόψουν σε 35 κομμάτια, να σε κοιτάξουν από την κορφή μέχρι τα νύχια για να σε φτιάξουν πάλι απ’ την αρχή μέχρι το βράδυ. Φοβάμαι κι αυτές που αρχίζουν και τελειώνουν με 465 χιλιάδες σ τ α γ ό ν ε ς, γιατί έχασα πάλι την ομπρέλα μου και δε θέλω καινούρια. Δε θέλω τ ί π ο τ α καινούριο τελικά. Και την άμμο που κ ο υ β ά λ η σ α πέρυσι δε θέλω να την πετάξω. Θα την κρατήσω για να α λ α τ ί ζ ω το φαγητό μου. Θα κρατήσω και την κουρτίνα, και την μπλούζα και όλες τις φράουλες γιατί αν δε β λ έ π ω τελικά ξεχνάω.