26.4.09

“Κάτω, κάτω, κάτω. Θα σταματήσει ποτέ αυτή η πτώση; Αναρωτιέμαι πόσα μίλια έχω πέσει ως τώρα..” είπε η Αλίκη κι ήξερε πως ποτέ δε θα φτάσει στο τ έ λ ο ς. Γύρισα ανάποδα την ιστορία και της είπα να ανέβει. Να μετρήσει δ ύ ο φεγγάρια, τρεις ή λ ι ο υ ς και έξι φράουλες και μετά να σταματήσει. Φοβόταν πως θα μπερδευτεί και θα αρχίσει πάλι να πέφτει. Κι έγω φοβόμουν. Περίμενα ν' ανέβει και μετρούσα μορφές, φωνές και σ χ ή μ α τ α. Ζωγράφιζα και ξαναζωγράφιζα. Έσβηνα και τέλειωνα κάθε πρωι για να αρχίσω πάλι το βράδυ. Ναι α ν ά π ο δ α. Το ξέρω. Έτσι με έμαθαν. Και τα βιβλία μου από το τέλος τα αρχίζω. Δεν είναι ότι φοβάμαι την ανάβαση, ούτε και την π τ ώ σ η. Το πρόβλημα είναι η συνέχεια. Θέλω να ξέρω πάντα τη συνέχεια. Ασφάλεια, έλεγα στην Αλίκη. Θα μπορούσα να ζήσω στην αγκαλιά της μα διάλεξα να γίνω αλλιώς. Μη με ρωτάς γιατί. Μη με ρωτάς τίποτα. Στο έχω πει τ ό σ ε ς φορές. Δεν έχω απαντήσεις σε γιατί, ούτε σε π ώ ς, ούτε σε π ό σ ο. Γιατί έτσι. Γιατί έφυγα. Γιατί π ο ν ά ω. Γιατί γελάω. Γίνομαι κόκκινη με μικρά μάτια και μου αρέσω. Για πάντα. Για όσο χρειάζομαι για να θυμηθώ όλες τις λ έ ξ ε ι ς που αγαπάω. Μέχρι αύριο. Μέχρι να με τ σ ι μ π ή σ ε ι ένα ψάρι στη θάλασσα. Μέχρι να με κ ά ψ ε ι ο ήλιος. Μέχρι να ξ α ν α κ λ ά ψ ω. Μέχρι να έρθει η Αλίκη για να βρούμε τα χαμένα σχήματα.