24.9.09

Με τέτοια αναστάτωση έχασα τις σιωπές μου. Υπήρξαν κάπως βολικές, θα συμφωνήσω. Πόσα εμπόδια έβαλα. Εξέτασα το ενδεχόμενο να φτιάχνω με τα χέρια μου όλα τα ε μ π ό δ ι α που σου στήνω. Ίσως και να ήθελα να δω μέχρι που φτάνει η αντοχή σου. Με τέτοια αναστάτωση ξέχασα και τις λέξεις. Πάρε όλα τα μη, τα ίσως, τα μπορεί, όλες τις αναβολές και τις καλά κρυμμένες σκέψεις. Εξέτασα το ενδεχόμενο να έχω χαράξει από πριν όλες τις αποφάσεις. Ίσως και να ήθελα να ξέρω όλα τα μονοπάτια πριν καν τα περπατήσω. Με τέτοια αναστάτωση δεν ακούω πια παρεξηγημένους ήχους. Θέλω να πάρω μια α π ό σ τ α σ η απ’ αυτούς. Μου τη χρωστάω ξέρεις. Εξέτασα το ενδεχόμενο να έχτιζα τα λάθη κάθε μέρα. Ίσως αυτά τα λάθη να ήταν μιαν ανάσταση. Με τέτοια αναστάτωση φοβάμαι να ξαναγυρίσω. Πρέπει να κάνω μόνο πρόβες διαδοχής. Πόσο πολύ λυπάμαι. Εξέτασα το ενδεχόμενο να έφτιαξα το μ ύ θ ο της ανώτερης διάστασης μας. Ίσως και να ήξερα από πριν πως μύθοι δεν υπάρχουν.

13.9.09

Θέλω κάτι να γράψω και δε μπορώ. Μάλλον π ο τ έ δε μπορούσα να γράφω χωρίς μια απουσία ή μπορεί να μη μου φτάνουν οι λέξεις που θυμάμαι σήμερα ή ίσως φταίει η Κυριακή που με παγώνει. Θυμάσαι που σου έλεγα πόσο πολύ σ ι χ α ί ν ο μ α ι τα χειμωνιάτικα ρούχα; Είναι σα να θέλουν να σε δέσουν μέσα στο σώμα σου, πάνω στο κρεβάτι, στην καρέκλα. Δε μπορώ. Όχι, δε μπορώ. Κι έπειτα δε ξέρω αν θέλω να κ λ ά ψ ω πιο πολύ επειδή βρέχει ή επειδή έχω ξεχάσει την ομπρέλα μου. Ποτέ δε μπορούσα να εξηγήσω τι θέλω σε κανέναν. Και τώρα δε ξέρω για τι να γράψω και για ποιόν. Κι έπειτα ποιόν ωφελεί όλο αυτό το παιχνίδιμετιςλέξεις. Εμένα πιο πολύ ή μάλλον εμένα όπως με φαντάζομαι, κι όχι όπως είμαι στ' αλήθεια. Συγχώρεσε με, μα δε μπορώ να δω τον κόσμο όπως πραγματικά μοιάζει. Βλέπω κάτι άλλο στον καθρέφτη. Κοιτάζω και βλέπω ένα ξ ε θ ω ρ ι α σ μ έ ν ο ψέμα κι από πίσω ένα πρόσωπο ρυτιδιασμένο πια από τα χρόνια. Πότε πέρασαν κιόλας; Ποτέ; Πόσοι ποιητές χρειάστηκαν για να το σ κ ο τ ώ σ ο υ ν; Εσύ δ ε ν ε ί σ α ι ποιητής, το ξέρω. Γι’ αυτό και σε φ ο β ή θ η κ α. Ξέρεις νομίζω πως πρέπει πάντα να φοβάσαι τους ανθρώπους που ποτέ δε θέλησαν να γίνουν ποιητές κι ακόμα πιο πολύ εκείνους που θέλησαν, μα δε π ρ ο σ π ά θ η σ α ν ποτέ να γίνουν.

6.9.09

Άφησε με να μείνω εδώ λιγάκι ακόμα. Δεν είμαι έτοιμη και κουράστηκα να μετράω τα μισά που δεν τελειώνω. Δεν προκαλώ και δεν εκπλήσσομαι. Με αναγκάζω να σε αναγκάζω. Όχι, δε μου αρέσει. Απλά σ’ αφήνω έτσι να νομίζεις. Μην αναρωτιέσαι άλλο. Δεν χρειάζονται πολλές ε ξ η γ ή σ ε ι ς κι αλήθεια σε τι πιστεύεις ότι ωφελούν; Μη μου πεις ότι υπάρχεις, ούτε ότι δεν υπάρχεις. Σε έχω δει και δε σε ξέρω. Κάποτε ναι, όχι πια. Πριν τέσσερα χρόνια ή πριν τρία ή ποτέ. Έζησα για τέσσερις μέρες τέσσερις χιλιάδες ψέματα. Τα έσβησα χθες ένα-ένα και τώρα δε θυμάμαι κανένα. Είδα τη ζωή μου τέσσερις φορές. Απ’ την αρχή, απ’ το τέλος, από τη μέση και α ν ά π ο δ α. Τη γκρέμισα πολλές περισσότερες και τώρα ξέρω. Ένα παιχνίδι όλα. Αφανισμένες λέξεις. Θλιβερή επιφάνεια. Αδιευκρίνιστες εκφράσεις στα πρόσωπα. Α σ ή μ α ν τ ο ι άνθρωποι με ασήμαντες σιωπές κι ίσως ακόμα πιο ασήμαντες φωνές. Λυπηρή επιφάνεια. Δεν έχει σημασία –σου το λέω με σιγουριά- πόσο θα σκάψεις, πόσο θα ψ ά ξ ε ι ς και πόσα πράγματα θα αναποδογυρίσεις για αυτή την αναζήτηση. Δεν υπάρχει τίποτα αυτή τη φορά προς ανακάλυψη. Καμιά υποψία ανάστασης κι ούτε καμιά υποψία θανάτου.