13.9.09

Θέλω κάτι να γράψω και δε μπορώ. Μάλλον π ο τ έ δε μπορούσα να γράφω χωρίς μια απουσία ή μπορεί να μη μου φτάνουν οι λέξεις που θυμάμαι σήμερα ή ίσως φταίει η Κυριακή που με παγώνει. Θυμάσαι που σου έλεγα πόσο πολύ σ ι χ α ί ν ο μ α ι τα χειμωνιάτικα ρούχα; Είναι σα να θέλουν να σε δέσουν μέσα στο σώμα σου, πάνω στο κρεβάτι, στην καρέκλα. Δε μπορώ. Όχι, δε μπορώ. Κι έπειτα δε ξέρω αν θέλω να κ λ ά ψ ω πιο πολύ επειδή βρέχει ή επειδή έχω ξεχάσει την ομπρέλα μου. Ποτέ δε μπορούσα να εξηγήσω τι θέλω σε κανέναν. Και τώρα δε ξέρω για τι να γράψω και για ποιόν. Κι έπειτα ποιόν ωφελεί όλο αυτό το παιχνίδιμετιςλέξεις. Εμένα πιο πολύ ή μάλλον εμένα όπως με φαντάζομαι, κι όχι όπως είμαι στ' αλήθεια. Συγχώρεσε με, μα δε μπορώ να δω τον κόσμο όπως πραγματικά μοιάζει. Βλέπω κάτι άλλο στον καθρέφτη. Κοιτάζω και βλέπω ένα ξ ε θ ω ρ ι α σ μ έ ν ο ψέμα κι από πίσω ένα πρόσωπο ρυτιδιασμένο πια από τα χρόνια. Πότε πέρασαν κιόλας; Ποτέ; Πόσοι ποιητές χρειάστηκαν για να το σ κ ο τ ώ σ ο υ ν; Εσύ δ ε ν ε ί σ α ι ποιητής, το ξέρω. Γι’ αυτό και σε φ ο β ή θ η κ α. Ξέρεις νομίζω πως πρέπει πάντα να φοβάσαι τους ανθρώπους που ποτέ δε θέλησαν να γίνουν ποιητές κι ακόμα πιο πολύ εκείνους που θέλησαν, μα δε π ρ ο σ π ά θ η σ α ν ποτέ να γίνουν.