17.10.09

Άκου τι συμβαίνει όταν νυχτώνει. Ανασαίνεις πιο εύκολα με την εντύπωση πως δε σε βλέπει κανείς. Στο σκοτάδι –μάθε το- δεν γίνεσαι ποτέ ανίσχυρος. Μπορείς να ζεις, να κλαις, να πεθαίνεις και να ξ α ν α γ ε ν ν ι έ σ α ι, να ερωτεύεσαι και να φωνάζεις χωρίς να ξέρεις γιατί, να γράφεις και να σβήνεις, να τα θυμάσαι όλα ή να τα ξεχνάς σε ένα λεπτό. Η μοναξιά είναι πιο ε ύ κ ο λ η τη νύχτα. Μπορείς να τη βιώσεις χωρίς ψιθύρους ενοχής, δίχως α γ γ ί γ μ α τ α παραίτησης. Μη με φοβάσαι. Είμαι εδώ τώρα, μα αύριο θα λείπω. Μη τρομάζεις. Δε χ ω ρ ά ω πουθενά. Κι αυτά που σου λέω για τη νύχτα είναι μονάχα ανοησίες. Φταίει που με μάθανε να φεύγω και να γυρίζω πάλι και έπειτα να βλέπω την ίδια ταινία χίλιες φορές. Δε θέλω να με καταλάβεις. Κανείς δε θέλω να με καταλάβει, γι’ αυτό είμαι έτσι. Πότε μισή, πότε ολόκληρη. Πότε ολοκαίνουρια, πότε παλιά. Πότε εγώ και πότε αυτό που θα ήθελες να είμαι. Μορφή αυστηρή και διχοτομημένη. Όχι δεν είμαι πάντα ίδια. Σε ένα κόσμο που θα ζούσαν μόνο χρωματιστές κορδέλες, θα ήμουν μια κορδέλα με άλλο χρώμα κάθε μέρα. Και σ’ έναν άλλο που η Αλίκη θα πνιγόταν τελικά στα δ ά κ ρ υ α της, θα ήμουν αυτή που θα της έλεγε να κλάψει πιο νωρίς χτίζοντας τον πιο φαιδρό της θάνατο. Άσε, δεν προσπαθώ να σου εξηγήσω. Δε θέλω να εξηγώ. Προτιμώ να π α ρ ε ξ η γ ώ. Έχει περισσότερη πλάκα έτσι το παιχνίδι. Τι ποιό παιχνίδι; Νόμιζα πως όλοι παίζαμε. Τι ποιοί όλοι; Eσύ κι εγώ, η Αλίκη, οι κορδέλες, η θάλασσα κι η νύχτα. Και μερικές φορές και η σιωπή, κι ο έρωτας. Και ο θάνατος μας. Μην τον κυνηγάς. Μην κ υ ν η γ ά ς κανέναν και τίποτα. Κυρίως όχι την ανασφάλεια σου, γιατί εγώ τόσα χρόνια αυτή κυνηγώ και τόσα χρόνια δεν την πιάνω. Τώρα όμως τέρμα αυτά. Από τότε που σε είδα να είσαι εσύ ξέρω πως δεν γίνεται απογείωση με έναν μόνο άνθρωπο. Αλήθεια. Και τώρα που ξέρω δεν προσπαθώ πια. Καιρό είχα να γελάσω τόσο.