22.11.09

Όλο το πρωί, μέχρι να ξυπνήσεις κοίταζα την τρύπα στον τοίχο σου. Έπεσα μέσα της 14 φορές τουλάχιστον, μα δε μου είπε τ ί π ο τ α για σένα. Φταίει που στο σπίτι σου τα πράγματα δε μιλάνε πολύ συχνά ή που μερικές φορές είμαι τόσο κουρασμένη και δεν ακούω τίποτα που δε μπορώ ν’ αντέξω. Το ήξερες ότι το ταβάνι σου αλλάζει χρώματα όσο κοιμάσαι; Μετράω τουλάχιστον 5 α π ο χ ρ ώ σ ε ι ς της ζωής μου κάθε φορά και μετά τα μανταρίνια που ξέχασες να αγοράσεις. Στη μνήμη δεν υπάρχει πίσω. Όταν χορεύουν τα πόδια σου και κάτι τα τραβάει με δύναμη προς τα μπρος, πρέπει να ξέρεις πως δεν υπάρχει τρόπος να γυρίσεις. Ξέρω πως θα μου πεις ότι η έννοια του γυρισμού είναι πάντα σχετική. Όπως ήταν πάντα σχετική η ζωή μας και όπως θα είναι σίγουρα κι ο θ ά ν α τ ο ς μας. Δεν υπάρχει πάντως πίσω με σένα. Τα πρωινά είναι πάντα μεσημέρια και τα απογεύματα νύχτες. Όλος ο κόσμος τρέχει να σε προλάβει και εγώ δεν χρειάζεται να τρέξω, γιατί δε με νοιάζει να σε φτάσω αν δεν αργήσεις λίγο για μένα. Γιατί δεν αργείς; Οι άλλοι δεν ξέρουν και δεν καταλαβαίνουν, μα δε με νοιάζει. Μου φτάνει που με καταλαβαίνω εγώ μερικές φορές. Με καλοπιάνω, μου μιλάω ευγενικά και μου ψιθυρίζω όλα τα λόγια που θέλω να ακούσω για να παρηγορηθώ που ξέχασες τα μανταρίνια μου.
Όταν ξυπνήσεις θυμήσου να ζωγραφίσουμε στον τοίχο ένα μανταρίνι για να μη το ξεχάσεις ξανά κι ύστερα να το φάμε και να κοιμηθούμε κοντά στον τοίχο μήπως και ακούσουμε τα ψ έ μ α τ α σου.

8.11.09

Απ’ όλα τα μήλα που μου έφερες ή ξ ε ρ ε ς καλά ότι θα λάτρευα το πιο μικρό. Ξέρεις κάτι; Βαρέθηκα να προσπαθώ. Δε θέλω να σωθώ. Χέσε και τα μικρά και τα μεγάλα. Δεν υπάρχουν. Μονάχα εγώ τα βλέπω. Έχω περπατήσει για τόσες ώρες, τόσα βουνά και δεν έχω δει ποτέ κανένα μικρό δέντρο να αγαπήσω. Γ ε ν ν ι ο ύ ν τ α ι κατευθείαν μεγάλα και ψηλά; Πώς θα τα φτάσω τόσο κοντή που γεννήθηκα πάλι σήμερα το πρωί; Δάνεισε μου για λίγο τα πόδια σου και αύριο θα σου τα επιστρέψω. Μη φοβάσαι. Δεν είναι δικά μου έτσι κι αλλιώς, κι εγώ δε θέλω να κρατάω τίποτα που δεν είναι δικό μου. Τι πώς θα τα κολλήσουμε; Μην ανησυχείς, έχω την πιο δυνατή κόλλα. Τη λένε φ ρ ά ο υ λ α με λεμόνι. Τη χρησιμοποιώ για να κολλάω τα κομμάτια που μου κόβω για να δω πως είναι να μην π ο ν ά ς. Έλεγα λοιπόν να μην ανησυχείς. Θα γίνεις πάλι όπως πριν. Δε ξέρω αν θέλω όμως. Σ’ αγαπούσα πολύ όπως ήσουν, αλλά δε θέλω να σ’ αγαπάω άλλο πια. Μήπως θα ήταν καλύτερο να άλλαζες τελικά; Πόσο σ ι χ α ί ν ο μ α ι την αλλαγή. Μακάρι να ήξερες και να μπορούσες κάποτε να καταλάβεις. Δεν την αντέχω. Δε με αντέχω. Κι ας είμαι η α π ά ν τ η σ η σε όλα μου τα ερωτήματα. Πόσο σιχαίνομαι την τελειότητα των ερωτήσεων που δεν έχουν απάντηση; Δεν έχω σκεφτεί ποτέ καμία. Εξακολουθώ να τρέμω. Σέρνομαι φοβισμένη, γιατί η μνήμη πάντα ξ ε γ ε λ ά όλα τα σήμερα του μυαλού. Συγχώρεσε με για λίγο. Θα χρειαστεί να λείψω. Μερικές φορές οι σιωπές χρειάζονται ένα διάλλειμα για να ξαναζήσουν. Όταν ξανάρθω –αν ξανάρθω ποτέ- να με κάνεις κέικ σ ο κ ο λ ά τ α και να με τρως κάθε πρωί πριν φύγεις για τη δουλειά. Αν πάλι δεν ξανάρθω πες ότι κάπου σκόνταψα και πήγαινε παρακάτω.

2.11.09

Καιρό είχα να σε δω. Μη μου πεις ότι υπάρχεις πάλι. Έμαθα να σε αποστρέφομαι. Κολλούσαν οι λ έ ξ ε ι ς στο μυαλό, ράβονταν με χοντρές βελόνες στα χείλη, α κ ρ ο β α τ ο ύ σ α ν στα μολύβια μου. Απουσία ή υπερχείλιση λόγου; Τι μαλακίες με ρωτάς πάλι; Αν δε μπορείς ν’ ακούς φύγε κι αν πάλι δε καταλαβαίνεις μείνε, όμως μη ζητάς να σου εξηγώ. Δεν υπάρχει π ο τ έ μια λογική εξήγηση. Λυπάμαι, ξέρεις. Δε σε έμαθα να αγαπάς καμία από τις λέξεις που λατρεύω. Περικυκλώνομαι, προϋποθέτω, σκίζω, ουρλιάζω, προκαλώ, ι σ ο ρ ρ ο π ώ και φεύγω. Μία μονάχα φτάνει. Σκάσε κι άκου. Όταν ξαναγεννηθείς να διαβάζεις πολλές λέξεις και να φοράς χρωματιστά παπούτσια. Θα γίνεις άλλος και θα μπορείς εύκολα να περπατάς στο χιόνι κι ύστερα να το χρωματίζεις σε ότι απόχρωση θες. Ξέρεις το καλό με το χ ι ό ν ι είναι ότι δε μυρίζει. Δε μου αρέσουν τα αρώματα. Εγκλωβίζουν τις μνήμες, χ α ρ α κ τ η ρ ί ζ ο υ ν τις στιγμές κι έπειτα είναι σα να θέλουν να σου επιβάλλουν τη διάθεση τους και να σε φ υ λ α κ ί σ ο υ ν για πάντα μέσα σ’ αυτήν. Δε χρειάζομαι υποβολές. Υ π ε ρ β ο λ έ ς μονάχα χρειάζομαι. Γιατί δεν καταλαβαίνεις; Κρυώνω κι έχω πυρετό, τρέμω, μου ψιθυρίζω τα πράγματα που βλέπω και δεν υπάρχουν, αλλά πάλι κοιμάσαι και μιλάς για σένα. Και τώρα; Σκάσε κι άκου λίγο. Φθαρμένα πάλι λόγια.