2.11.09

Καιρό είχα να σε δω. Μη μου πεις ότι υπάρχεις πάλι. Έμαθα να σε αποστρέφομαι. Κολλούσαν οι λ έ ξ ε ι ς στο μυαλό, ράβονταν με χοντρές βελόνες στα χείλη, α κ ρ ο β α τ ο ύ σ α ν στα μολύβια μου. Απουσία ή υπερχείλιση λόγου; Τι μαλακίες με ρωτάς πάλι; Αν δε μπορείς ν’ ακούς φύγε κι αν πάλι δε καταλαβαίνεις μείνε, όμως μη ζητάς να σου εξηγώ. Δεν υπάρχει π ο τ έ μια λογική εξήγηση. Λυπάμαι, ξέρεις. Δε σε έμαθα να αγαπάς καμία από τις λέξεις που λατρεύω. Περικυκλώνομαι, προϋποθέτω, σκίζω, ουρλιάζω, προκαλώ, ι σ ο ρ ρ ο π ώ και φεύγω. Μία μονάχα φτάνει. Σκάσε κι άκου. Όταν ξαναγεννηθείς να διαβάζεις πολλές λέξεις και να φοράς χρωματιστά παπούτσια. Θα γίνεις άλλος και θα μπορείς εύκολα να περπατάς στο χιόνι κι ύστερα να το χρωματίζεις σε ότι απόχρωση θες. Ξέρεις το καλό με το χ ι ό ν ι είναι ότι δε μυρίζει. Δε μου αρέσουν τα αρώματα. Εγκλωβίζουν τις μνήμες, χ α ρ α κ τ η ρ ί ζ ο υ ν τις στιγμές κι έπειτα είναι σα να θέλουν να σου επιβάλλουν τη διάθεση τους και να σε φ υ λ α κ ί σ ο υ ν για πάντα μέσα σ’ αυτήν. Δε χρειάζομαι υποβολές. Υ π ε ρ β ο λ έ ς μονάχα χρειάζομαι. Γιατί δεν καταλαβαίνεις; Κρυώνω κι έχω πυρετό, τρέμω, μου ψιθυρίζω τα πράγματα που βλέπω και δεν υπάρχουν, αλλά πάλι κοιμάσαι και μιλάς για σένα. Και τώρα; Σκάσε κι άκου λίγο. Φθαρμένα πάλι λόγια.