8.11.09

Απ’ όλα τα μήλα που μου έφερες ή ξ ε ρ ε ς καλά ότι θα λάτρευα το πιο μικρό. Ξέρεις κάτι; Βαρέθηκα να προσπαθώ. Δε θέλω να σωθώ. Χέσε και τα μικρά και τα μεγάλα. Δεν υπάρχουν. Μονάχα εγώ τα βλέπω. Έχω περπατήσει για τόσες ώρες, τόσα βουνά και δεν έχω δει ποτέ κανένα μικρό δέντρο να αγαπήσω. Γ ε ν ν ι ο ύ ν τ α ι κατευθείαν μεγάλα και ψηλά; Πώς θα τα φτάσω τόσο κοντή που γεννήθηκα πάλι σήμερα το πρωί; Δάνεισε μου για λίγο τα πόδια σου και αύριο θα σου τα επιστρέψω. Μη φοβάσαι. Δεν είναι δικά μου έτσι κι αλλιώς, κι εγώ δε θέλω να κρατάω τίποτα που δεν είναι δικό μου. Τι πώς θα τα κολλήσουμε; Μην ανησυχείς, έχω την πιο δυνατή κόλλα. Τη λένε φ ρ ά ο υ λ α με λεμόνι. Τη χρησιμοποιώ για να κολλάω τα κομμάτια που μου κόβω για να δω πως είναι να μην π ο ν ά ς. Έλεγα λοιπόν να μην ανησυχείς. Θα γίνεις πάλι όπως πριν. Δε ξέρω αν θέλω όμως. Σ’ αγαπούσα πολύ όπως ήσουν, αλλά δε θέλω να σ’ αγαπάω άλλο πια. Μήπως θα ήταν καλύτερο να άλλαζες τελικά; Πόσο σ ι χ α ί ν ο μ α ι την αλλαγή. Μακάρι να ήξερες και να μπορούσες κάποτε να καταλάβεις. Δεν την αντέχω. Δε με αντέχω. Κι ας είμαι η α π ά ν τ η σ η σε όλα μου τα ερωτήματα. Πόσο σιχαίνομαι την τελειότητα των ερωτήσεων που δεν έχουν απάντηση; Δεν έχω σκεφτεί ποτέ καμία. Εξακολουθώ να τρέμω. Σέρνομαι φοβισμένη, γιατί η μνήμη πάντα ξ ε γ ε λ ά όλα τα σήμερα του μυαλού. Συγχώρεσε με για λίγο. Θα χρειαστεί να λείψω. Μερικές φορές οι σιωπές χρειάζονται ένα διάλλειμα για να ξαναζήσουν. Όταν ξανάρθω –αν ξανάρθω ποτέ- να με κάνεις κέικ σ ο κ ο λ ά τ α και να με τρως κάθε πρωί πριν φύγεις για τη δουλειά. Αν πάλι δεν ξανάρθω πες ότι κάπου σκόνταψα και πήγαινε παρακάτω.