27.12.09

Κάθομαι από χθες μπροστά στον καθρέφτη, μήπως και καταφέρω να ξεμπερδέψω τα μαλλιά μου, αλλά δε μπορώ. Αντί γι’ αυτό βλέπω στο πρόσωπο μου τα σημάδια της μάσκας που φορούσατε τόσο καιρό όλοι εσείς και που θα έπρεπε να έχει σημαδέψει τα δικά σας θαμπά από τα ψ έ μ μ α τ α πρόσωπα. Δεν αναρωτιέμαι όμως. Ούτε κι εσύ μην αναρωτηθείς. Θα έρθει ο καιρός, θα φτάσει η ώρα. Πάντα έτσι συμβαίνει, απλά τώρα ούτε που το φαντάζεσαι. Πέφτουν άλλωστε όλα τα προσωπεία κι αυτό είναι μόνο το πρώτο βήμα στο μονοπάτι της διάβρωσης μας. Σύννεφα οι λέξεις και τα χαμόγελα καμιά φορά. Ευτυχώς όχι πάντα. Προς το παρόν ας βυθιστούμε όλοι στο μύθο της άγνοιας μας. Βαυκαλιστείτε κι εσείς όσο θέλετε με την ι δ έ α πως είστε κάτι άλλο. Η προσγείωση ξέρεις ποτέ δεν αργεί. Μέχρι να ‘ρθει όμως οι άνθρωποι γίνονται λίγο χειρότεροι ή πολύ χειρότεροι. Μπορεί άλλωστε και να ήταν από πριν. Τι σημασία έχει; Γελάω πολύ με το λίγο που σας έχει μείνει και αλήθεια αν μπορούσα να σας κάνω πιο μεγάλους θα σας έκανα. Μουτζούρες σε λευκά χαρτιά μοιάζετε μόνο. Κρίμα που βιάστηκα να μη κοιτάξω πίσω από τα κλεμμένα στέμματα σας. Κρατήστε τις αυλές και χιλιοασφαλίστε τους σάπιους θρόνους σας. Είμαι εδώ και σας έχω δει καιρό τώρα. Το γνωρίζετε ήδη. Ήθελα μόνο να παίξω το παιχνίδι σας, μήπως και καταλάβω πώς ένα μηδενικό μπορεί να φτάσει το άπειρο. Και ξέρεις κάτι; Το άπειρο δεν έχει τέλος. Ούτε και το πόσο μεγάλα μηδενικά μπορούν να γίνουν κάποιοι άνθρωποι.

11.12.09

Όσα ταξίδια και να κάνεις ξέρεις καλά ότι δε πρόκειται ποτέ να με φτάσεις. Με παρασύρω να μην α ι σ θ ά ν ο μ α ι. Κι έπειτα είναι κάτι βράδια που όσα χρώματα και να φορέσεις, όσα χαμόγελα και να αναγκάσεις, δυστυχώς δε μπορώ να δω τίποτα άλλο, πάρα αυτό που δε διάλεξα. Σιγοπερπάτησα και χθες, μα δε με είδες. Ξέρεις πως είναι να κοιτάζεις και να μη βλέπεις; Σε κάθε β ή μ α έσβηνα και μιαν ανάμνηση. Το υπολόγισα και νομίζω ότι αν σε σβήνω μία φορά κάθε μέρα για όσες μέρες σε συλλαβίζω, θα χρειαστεί να μετρήσω τις περσινές φράουλες κι ύστερα θα πεθάνουν όλα. Ε ύ κ ο λ ο μοιάζει. Δε χρειάζεται να βάλεις το ταβάνι σου να ρωτήσει τίποτα από δω κι εμπρός. Είναι περιττό να εξηγήσω πάλι κι ακόμα πιο περιττό να εκπλήσσεσαι και να προσπαθείς να μη θέλεις. Τώρα μπορώ μονάχα να θαυμάζω π ό σ ο ε π ι δ έ ξ ι α κατάφερα να με αλλοιώσεις. Τα ψέματα είναι απλά, στο ξαναείπα πριν 4 αιώνες, αλλά δε μ’ άκουσες και έκανες ότι παραξενεύεσαι. Δύο δωμάτια και δύο κλικ φτάνουν για ν’ αγγίξεις όσα ήδη γνωρίζεις, πριν αναστηθείς. Μετά από τόσα βράδια ξέρω καλά, πως όταν γυρνάς από την άλλη και ξεροβήχεις, είναι γιατί μου έχεις πει ακόμα ένα όχιψέμα, αλλά δε θέλω να το καταλάβεις. Περιττές αλήθεια οι χιλιοειπωμένες λέξεις μετά από τόσες σάπιες και θυμωμένες από τα χρόνια φράουλες. Ποτέ άλλωστε δε φτάνουν για ν’ αγγίξουν καμιά δειλή πραγματικότητα που δεν αντέχεις να παραδεχθείς. Η Αλίκη είπε ότι δε μου ταιριάζει το φόρεμα που μου διάλεξες. Κι εγώ τις είπα πως κι αν ακόμα μου ταίριαζε δε θα μπορούσα να το φορέσω, γιατί τη μία ήταν μεγάλο και την άλλη μικρό. Α β λ α β ε ί ς κάποιες λίγες αλλαγές. Αθέατες ίσως για σένα, όπως όλα όσα κρύβεις. Δύσκολο όμως να αλλάζεις ρούχα και προσωπεία κάθε τόσο. Θυμάμαι που μου έλεγες ότι προέχει πάντα ο καθρέφτης μας κι εγώ δε σε πίστευα. Τώρα το ξέρω. Έτσι σωπαίνει η ζωή για σένα. Νέες διαστάσεις και νέες μ ά σ κ ε ς. Νέες οδοί διαφυγής. Φτάνει συχνά μια ανάγκη φυγής πριν την τελευταία λήψη. Συγγνώμη αν σε χτύπησα. Οριστικά έκλεισα την ομπρέλα μου.

5.12.09

Άνοιξα ένα βιβλίο που σου έκλεψα πριν 2 αιώνες και σίγουρα ακόμα το ψάχνεις. Στη σελίδα 44 βρήκα γραμμένο το πιο μεγάλο ψέμα που μου είπες ποτέ. Το ξ α ν α δ ι ά β α σ α και γέλασα τόσο, που νόμιζα ότι θα σταματήσει η αναπνοή μου. Πως ήσουν και πως έγινες έτσι; Είναι δύσκολο να βλέπεις τους ανθρώπους στις νέες τους διαστάσεις, ειδικά όταν φαίνονται μ ι κ ρ ό τ ε ρ ο ι στα μάτια σου. Έχω την αίσθηση, πως είναι σα να προσπαθείς να περπατήσεις και να σκοντάφτεις συνεχώς. Στη σελίδα 48 πετάχτηκε το ψάρι σου και άρχισε να με ρωτάει για τη ζωή του και το θ ά ν α τ ο του. Θυμάμαι πολύ καλά ότι το είχα σκοτώσει και δεν μπορώ να καταλάβω πως στο διάολο α ν α σ τ ή θ η κ ε. Δε θέλω τίποτα που να σε θυμίζει, γι' αυτό ελπίζω αυτή τη φορά να αποφασίσει να πεθάνει μόνο του. Όχι, δε το λυπάμαι. Ξέχασα να μετράω λύπες. Στη σελίδα 62 υπάρχει ένας λεκές από καφέ. Απαρατήρητες λεπτομέρειες θα πεις. Όμως κάτι τέτοια σημάδια δε φεύγουν όσο και να τα πλύνεις. Α δε σου είπα, μου πήραν ένα κόκκινο, τεράστιο, μαλακό μαξιλάρι και κάθομαι πάνω του όλη μέρα. Προσπαθώ να αντιληφθώ το ακατανόητο. Το ξέρεις ότι σιχαίνομαι το κόκκινο. Ε ι σ β ά λ ε ι στο οπτικό μου πεδίο θέλω δε θέλω. Δε μου αρέσουν οι εισβολείς. Δε μου αρέσει κανένας που έ ρ χ ε τ α ι και φεύγει με το έτσι θέλω. Θα το α γ α π ο ύ σ ε ς αυτό το μαξιλάρι. Θα μου το έκλεβες σίγουρα, κι ύστερα θα στο έπαιρνα πάλι πίσω κρυφά και θα γ ε λ ο ύ σ α μ ε όλο το βράδυ με αυτές τις χαζομάρες. Καλύτερα που δε το γνώρισες γιατί θα έπρεπε να το κάνω κομματάκια. Δε θέλω να μοιράζομαι τίποτα μαζί σου. Θυμήσου σε παρακαλώ φ ε ύ γ ο ν τ α ς να κλείσεις την πόρτα και να αφήσεις όλα τα πράγματα που μετρήσαμε τόσα χρόνια. Αμήχανα πολύ τα τελευταία αγκαλιάσματα –δε νομίζεις;- και σίγουρα κ α θ ό λ ο υ απαραίτητα.

3.12.09

Μάζεψα όλες τις σκιές από το πάνω ντουλάπι χθες. Είχαμε γεμίσει πάλι και δεν καταλαβαίνω από που μπαίνουν, αφού δε το ανοίγω ποτέ. Μόνο κάτι φαντάσματα μου που δε θέλω να τα σκοτώσω ακόμα ζουν εκεί. Μη με ρωτάς πάλι. Ναι, άλλο το φάντασμα και άλλο η σκιά. Τις σκιές δεν τις σκοτώνεις όταν θες εσύ. Πεθαίνουν μόνες τους. Τέλοσπαντων, να κανονίσεις να με ε λ ε υ θ ε ρ ώ σ ε ι ς σε παρακαλώ. Είμαι πολύ απασχολημένη, για να ακούσω τι θες να μου πεις και να το καταλάβω. Τόσο καιρό που δεν ήμουν εσύ δεν ήθελες να μιλήσεις. Γιατί άργησες τόσο; Βρήκα και μια δική σου σκιά, δε στο είπα. Ήταν πιο όμορφη από σένα. Οι σκιές είναι π ά ν τ ο τ ε πιο όμορφες, γιατί έτσι ζουν περισσότερο. Τώρα γιατί άρχισες να προβληματίζεσαι; Έχεις ακούσει αυτό που λένε, ότι ποτέ δεν είναι αργά; Ε μαλακίες λένε. Μερικές φορές είναι πολύ αργά. Τόσο που δε μπορείς καν να θυμηθείς πότε δεν ήταν. Τότε έψαχνα μόνο α φ ο ρ μ έ ς. Για να μείνω, για να φύγω, για να ξεχάσω, για να γελάσω, για να μπορώ. Τώρα δε μου χρειάζονται, γιατί απλά δε μπορώ πια. Με αγαπάω όλο και πιο λίγο, όταν με βλέπω χωρίς τη μ ά σ κ α της ευτυχίας, που μου φόρεσαν οι γύρω γύρω. Δεν είμαι εγώ και μου το λέει κάθε πρωί ο φόβος ότι θα ζήσω πάλι μια ί δ ι α μέρα. Κι ύστερα ξυπνάω και βλέπω τις οχτώ χιλιάδες μάσκες που με περιβάλουν. Πρέπει πάντα να λες χ α μ ο γ ε λ α σ τ ά όλα τα ψέματα. Πιο χαμογελαστά τις ψεύτικες ευχές. Δε σε καταλαβαίνει ποτέ κανείς. Πόσο γελοία μικροί είναι μερικοί άνθρωποι. Πόσο ψεύτικα ανόητοι. Τώρα που έκοψα το πρώτο πορτοκάλι για φέτος και τρέχουν τα ζουμιά στο χέρι μου θέλω πολύ να σας κολλήσω όλους μαζί, μήπως και α κ ο ύ σ ο υ μ ε ποτέ καμιάν αλήθεια.