5.12.09

Άνοιξα ένα βιβλίο που σου έκλεψα πριν 2 αιώνες και σίγουρα ακόμα το ψάχνεις. Στη σελίδα 44 βρήκα γραμμένο το πιο μεγάλο ψέμα που μου είπες ποτέ. Το ξ α ν α δ ι ά β α σ α και γέλασα τόσο, που νόμιζα ότι θα σταματήσει η αναπνοή μου. Πως ήσουν και πως έγινες έτσι; Είναι δύσκολο να βλέπεις τους ανθρώπους στις νέες τους διαστάσεις, ειδικά όταν φαίνονται μ ι κ ρ ό τ ε ρ ο ι στα μάτια σου. Έχω την αίσθηση, πως είναι σα να προσπαθείς να περπατήσεις και να σκοντάφτεις συνεχώς. Στη σελίδα 48 πετάχτηκε το ψάρι σου και άρχισε να με ρωτάει για τη ζωή του και το θ ά ν α τ ο του. Θυμάμαι πολύ καλά ότι το είχα σκοτώσει και δεν μπορώ να καταλάβω πως στο διάολο α ν α σ τ ή θ η κ ε. Δε θέλω τίποτα που να σε θυμίζει, γι' αυτό ελπίζω αυτή τη φορά να αποφασίσει να πεθάνει μόνο του. Όχι, δε το λυπάμαι. Ξέχασα να μετράω λύπες. Στη σελίδα 62 υπάρχει ένας λεκές από καφέ. Απαρατήρητες λεπτομέρειες θα πεις. Όμως κάτι τέτοια σημάδια δε φεύγουν όσο και να τα πλύνεις. Α δε σου είπα, μου πήραν ένα κόκκινο, τεράστιο, μαλακό μαξιλάρι και κάθομαι πάνω του όλη μέρα. Προσπαθώ να αντιληφθώ το ακατανόητο. Το ξέρεις ότι σιχαίνομαι το κόκκινο. Ε ι σ β ά λ ε ι στο οπτικό μου πεδίο θέλω δε θέλω. Δε μου αρέσουν οι εισβολείς. Δε μου αρέσει κανένας που έ ρ χ ε τ α ι και φεύγει με το έτσι θέλω. Θα το α γ α π ο ύ σ ε ς αυτό το μαξιλάρι. Θα μου το έκλεβες σίγουρα, κι ύστερα θα στο έπαιρνα πάλι πίσω κρυφά και θα γ ε λ ο ύ σ α μ ε όλο το βράδυ με αυτές τις χαζομάρες. Καλύτερα που δε το γνώρισες γιατί θα έπρεπε να το κάνω κομματάκια. Δε θέλω να μοιράζομαι τίποτα μαζί σου. Θυμήσου σε παρακαλώ φ ε ύ γ ο ν τ α ς να κλείσεις την πόρτα και να αφήσεις όλα τα πράγματα που μετρήσαμε τόσα χρόνια. Αμήχανα πολύ τα τελευταία αγκαλιάσματα –δε νομίζεις;- και σίγουρα κ α θ ό λ ο υ απαραίτητα.