26.12.10


Σπατάλησα ώρες μετρώντας τίποτα και αναζητώντας τον τρόπο υλοποίησης της πλασματικής τελειότητας. Συνενοημένα όμορφη ιστορία, χωρίς παγίδες ή λάθη, χωρίς διαγραφές και συστροφές. Σίγουρα χωρίς αλήθειες και πάντα γαρνιρισμένη με χρωματιστές καραμέλες. Η συνταγή τελικά ήταν η γνωστή και μία:

10 γραμμάρια πραγματική δυστυχία
111 ψέμματα
1 κουταλάκι του γλυκού άχνη νοτισμένη με παράλληλα σύμπαντα
3 φρούτα του λάθους μαζεμένα με ματωμένα χέρια
250 ml γάλα για πρίγκηπες
παλαιωμένο κρασί 2345 αιώνων
μάτια από δύο νεράιδες
και τρούφα παραλόγου για το πασπάλισμα.
Πλάθεται στο μυαλό χωρίς μεγάλο κόπο ιδανικά με κλειστά τα μάτια και σίγουρα με βουλωμένα τ' αυτία. Ψήνεται στους 250 βαθμούς για πολύ καιρό. Όσο περισσότερος ο καιρός τόσο πιο σίγουρο το αποτέλεσμα. Απαραιτήτως αναγκάζεις όλο τον κόσμο να προσέξει το σύννεφο της ευτυχίας σου.
Σερβίρεται καυτό και καταναλώνεται με τα χέρια μήπως καείς και ξυπνήσεις. Αν δεν ξυπνήσεις ζεις την ευτυχία που σου αξίζει. Πάντα θα είναι τέτοια.

11.12.10


Χρωματιστές νιφάδες στριφογυρίζουν έξω απ’ το παράθυρο. Έχω μαζέψει τόσες με τα χέρια που έκοψα απ’ το σώμα σου 45 αιώνες πριν. Στα είχα ζητήσει θυμάμαι για να έχω κάτι από σένα και να αντέχω το κρύο κάτι μέρες σαν κι αυτή. Τις βάζω σε σειρά και τις ξεχωρίζω ανάλογα με το μέγεθος και μετά ανάλογα με το χρώμα, μήπως και σχηματίσω κάποτε σωστά το παζλ του όχιένα.
Πάλι όμως κάνω λάθος. Η σωστή στιγμή δεν έρχεται και τα κομμάτια ποτέ δεν ταιριάζουν. Κι ο  χρόνος γίνεται απλά μια επανάληψη, όπως το χιόνι που λιώνει και ξαναγεννιέται. Μια ίδια ιστορία κι οι άνθρωποι και τα χρώματα τους. Έτσι πάντα -ή σχεδόν πάντα- κι οι λέξεις τους.
Εκείνο το βράδυ χρόνια πριν που χάζευα το χιόνι φωτισμένο πίσω απ’ το πλανήτη 2, έτσι μαγεμένη που ήμουν νόμιζα ότι θα κρατούσε για πάντα. Παγωμένο νερό που ζεστάθηκε στο τέλος. Στο δεν τέλος. Κι είμαστε τώρα εδώ ερωτευμένοι κι αλλιώτικοι, διαγαλαξιακά μακρινοί, απέραντα μισοί, συμφωνημένα διαλυμένοι, χωρισμένα άρρωστοι, οριστικά λίγοι, αφόρητα χωρίς. Τόσο που νομίζω ότι αν μείνω γυμνή στο κρύο θα πονάω πιο λίγο. Τόσο που ξέρω ότι αν μείνεις γυμνός στο κρύο ίσως και να ξαναγεννηθείς.

20.11.10


Ο κόσμος είναι μικρός.                                  Ο κόσμος γίνεται αηδιαστικά μικρός.

Νοημοσύνη μηδέν.                                       Νοημοσύνη που τείνει στο μείον άπειρο.

Φιλιά ασήμαντα.                                           Φιλιά που φωνάζουν απελπισία.

Οι άνθρωποι γίνονται μικροσκοπικοί.             Οι άνθρωποι είναι μικροσκοπικοί.

Και δεν το ξέρουν.                                         Και νομίζουν ότι δεν είναι.

Μιλήστε τους γιατί εγώ δε μπορώ.                  Φωνάξτε τους γιατί εγώ δε θέλω.

Οι έρωτες δε γκρεμίζουν.                               Οι έρωτες χτίζουν.

Δεν υπάρχει μάχη.                                        Δεν κερδίζει κανείς.

Δεν γεννιέται ευτυχία από κανένα τέλος.        Δεν υπάρχει επιστροφή μετά το τέλος.

Μετράμε αντίστροφα.                                     8, 7, 6, 5, 4, 3, 2, 1, 0.
                                                     
                                                      Μπαμ!

12.11.10


Μπορώ και παραμπορώ.

Δε χρειάζομαι κανέναν να με σώσει. Δε θέλω να σωθώ. Δε μου χρειάζεται. Έχω ολόδικα μου χρωματιστά μπαλόνια. Κατάλαβε το επιτέλους και σταμάτα εδώ. Γιατί προσπαθείς να εκνευρίσεις τα παλιά κομμάτια της ζωής σου για να φτιάξεις μια καινούρια όπως τη θες;
Να μη λυπάσαι για μένα. Να λυπάσαι μόνο για τα ανεκπλήρωτα.

Λερώθηκα από τους εγωισμούς και τις δήθεν ειλικρίνειες που με περιβάλλουν. Ο εγωισμός είναι ακατανίκητος, όπως και η βλακεία.
Κι εγώ δε θέλω άλλο.

24.10.10

Δες πόσο εύκολα αλλάζουν τα πράγματα όταν υπάρχουν άνθρωποι γύρω γύρω. Γίνεσαι ο πιο ξένος του κόσμου. Τόσο μικροσκοπικός μέσα στην ευτυχία σου. Τόσο διαγαλαξιακά μακρινός. Δρόμοι με εκατομμύρια χρωματιστά φωτάκια απόσταση. Τους περπατάω και κρατάω παλιές κίτρινες κορδέλες, αλλά ποτέ δε φτάνω εκεί που είσαι. Πειράζει να μην υποσχεθείς ότι θα βρω δέντρα με πορτοκάλια χωρίς κουκούτσια; Κουράστηκα με τα κουκούτσια. Να μην υποσχεθείς τίποτα άλλο. Δε χρειάζεται να μιμείσαι το παλιό οχιμισό εσύ σου. Στέκομαι όρθια με κλειστά μάτια και με ρωτάω ψιθυρίζοντας χιλιάδες ερωτήσεις. Γιατρέ, μπορεί ν’ αναστηθεί ο πεθαμένος εαυτός μας; Όχι ε; Κι εγώ το ίδιο σκέφτηκα.
Le roi est mort, vive le roi!

17.10.10

Vielleicht ist es so, dass jeder Mensch nur einmal im Leben richtig glücklich ist. Einmal. Und dafür wird er dann hinterher bestraft. Das ganze Leben lang.

Απαγορεύονται τα ερωτηματικά. Απαγορεύεται η ευτυχία. Απαγορεύεται και να την θυμηθώ. Κοιτάζω όμως και βλέπω ακόμα πίσω από το μικρό παραθυράκι του πλυντηρίου εσένα να στριφογυρίζεις. Τι ήθελα να πω; Χάνονται μερικές φορές οι λέξεις όταν σε κοιτάζω. Σε έβαλα στους 160 βαθμούς και ελπίζω αύτη τη φορά να χάσεις όλη τη μαυρίλα σου κι ύστερα να γίνεις όπως πριν.
Θα σε απλώσω στη πίσω βεράντα για να μη σε πάρει κανένα μάτι κι ελπίζω όταν στεγνώσεις να τα θυμηθείς πάλι όλα. Πόσες φορές τελείες. Πόσες τελείες και πόσες τιμωρίες για τις αληθινές στιγμές. Τόσες που πια μεγαλώσαμε και ξεχάσαμε να τις μετράμε.
Μέτρησα για λίγο τα χρόνια. 5+2+0+0+0+0. Τόσες ευτυχίες, όλες χιλιοειπωμένα ψέματα. Για τόσο καιρό βαυκαλιζόμασταν πως δε μπορούσαμε να ζήσουμε χωρίς τον εαυτό μας και πείσαμε την αύρα μας ότι δεν ήμασταν ποτέ μισό και μισό. Και τώρα, ξέρεις, σε μισώ μετά από τόσα λάθη. Στη λάθος μεριά του ποταμού και πάλι, χωρίς μαζί αλλά πάντως σίγουρα και πάντα μόνοι. Κι ας πιστεύεις τώρα κάτι άλλο.
Αργά ή γρήγορα κλείνουν όλοι οι κύκλοι. Μεγάλοι ή μικρότεροι. Γεμάτοι όνειρα και φράουλες ή άδειοι και ξεχασμένοι. Τώρα που δεν είμαστε πια ζωντανοί μπορούμε να τους αγγίξουμε από μακριά. Κενοί κι εμείς, πρόσωπα με άλλη μορφή που χορεύουν σε καινούρια σύννεφα. Κι ελπίδα δεν υπάρχει. Η παλιά ελπίδα, η μόνη, έγινε βροχή που έπεσε απ’ τα παλιά μας σύννεφα και έκανε μούσκεμα όλο τον υπόλοιπο κόσμο όμως όχι εμάς. Γι’ αυτό κι εσύ δε θα βρεις ποτέ καμία άλλη ευτυχία.

4.10.10


Let me take you down, 'cause I'm going to Strawberry Fields. Nothing is real and nothing to get hung about.
 
Τώρα που γνωρίζουμε και έχουμε δει με τα ίδια μας τα μάτια δεν υπάρχουν πια δικαιολογίες ούτε και σύννεφα. Όσες μνήμες κι αν σβήσουμε πάντα θα περισσεύουν κι άλλες για να κατασκευάζουν πλάσματα πέρα απ’ την ύπαρξη και τη ζωή μας. Πολύ πιο πέρα απ’ το μυαλό μας κι όσα μπορούμε να αντέξουμε. Μορφές ιδανικές, μυστήριες κι ισορροπημένες.
Τόσο καιρό παίζαμε σα τα παιδιά στα συγκρουόμενα. Χτυπούσαμε και φεύγαμε κι ύστερα συνεχίζαμε, κοιτώντας πάντοτε μπροστά σα να μη συνέβαινε το παραμικρό. Κι όμως γύρω μας πολλά είχαν πεθάνει ή ίσως και να μην είχαν ποτέ καν γεννηθεί.
Μετά από τόσα ανεβοκατεβάσματα στις σκάλες του μυαλού το τρελό κορίτσι που αγαπούσε τις φράουλες δεν υπάρχει πια. Ίσως και ποτέ να μην υπήρξε. Φαντασία, παραίσθηση ή απλώς ένα όνειρο που έτυχε να το θυμηθούμε κάτι Κυριακές που ξυπνούσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο λίγο πιο αργά από ότι τις υπόλοιπες μέρες.
Η φίλη της Αλίκης όμως – το ξέραμε άλλωστε καλά- ποτέ δεν είχε δοκιμάσει τη ζωή. Ποτέ δεν έκλαψε, δε γέλασε, δε σκίστηκε και δεν τσαλακώθηκε. Ποτέ δεν άντεξε για παραπάνω από 2 ώρες γράμματα και 43 φράουλες ταξίδια. Ποτέ δεν έδωσε πραγματικές απαντήσεις. Μονάχα λέξειςθησαυρούς κλεισμένες σε μπουκάλια που ταξίδευαν για χρόνια μέσα μας ήξερε να ψιθυρίζει.
Με ψιθύρους ζήσαμε έτσι κι αλλιώς μια ζωή.

2.10.10

Στεκόμαστε πίσω από χρωματιστές κουρτίνες ευτυχίας. Την περιμένουμε να λάμψει και μάλλον περιμένουμε άδικα. Ζούμε βουτηγμένοι στον παραλογισμό και πουλάμε π α ρ α μ ύ θ ι α ο ένας στον άλλον. Οριακά χαμηλότερα απ’ το στόχο, αλλά πάντα χαμηλότερα.
Μεγαλώσαμε και τα ζήσαμε όλα. Αγγίξαμε τα όνειρα μας. Φτιάξαμε σύμπαντα με όλες τις στιγμές ευτυχίας που φανταζόμασταν μικροί. Χτίσαμε όμορφα σπίτια με κάτι περίεργα ροζ λουλούδια στους κήπους μας. Γνωρίσαμε Αλίκες των θαυμάτων. Ερωτευτήκαμε, κλάψαμε, πήραμε και δώσαμε -κυρίως δ ώ σ α μ ε- και γελάσαμε μέχρι το τέλος.
Κι όμως τώρα χρειαζόμαστε αντικαταθλιπτικά και ψέματα.

30.9.10

Περάσαμε 143 αιώνες με μια συνενοχή στα αυτιά μας και στα χέρια μας και σε όλο μας το σώμα. Έτσι, γιατί χάθηκε τόσος καιρός. Όλα τα βράδια προσπαθούσα να ζωγραφίσω εκείνο που είχες δει στο δρόμο τη μέρα πριν την αρχή όμως δε μπόρεσα. Σταμάτησα να βλέπω.
Τώρα περπατάμε χωρίς να μας κρατάει τίποτα. Γεμίζουμε κονσέρβες με στιγμές για να τις έχουμε για λίγο ακόμα. Γελάμε συνέχεια και χωρίς λόγο, βρισκόμαστε από τη παραλία στη Marienplatz και δεν έχει σημασία πως φτάσαμε εδώ. Τρώμε ποιήματα με τα χέρια και πλενόμαστε με τραγούδια μέχρι να ζαλιστούμε. Τώρα είμαστε εμείς. Χαρούμενοι; Όχι δε μας χρειάζεται. Ευτυχισμένοι; Λίγο πριν γεννηθούμε.

26.9.10



Ώρα 79 το πρωί. Ανοίγω τα μάτια μου. Σχεδόν νηφάλια. Σχεδόν χωρίς. Σχεδόν ευτυχία. Βαρέθηκα με τις φωσφοριζέ σου λέξεις. Βελούδινοι ψεύτικοι ήχοι. Τα σχεδόν ψέματα είναι πολύ χειρότερα από τα ψέματα. Ξέρεις καλά από λέξεις ισορροπημένες. Εγώ τις σιχαίνομαι κι ούτε καν θέλω να τις γνωρίζω. Μ’ αρέσει που δε βρέχει πάλι σήμερα. Σταγόνες ηλιοφάνειας. Μ’ αρέσει που είσαι ολόκληρος άνθρωπος τώρα και δε χρειάζεται να παίζεις άλλο τα παιχνίδια μας. Ιαχές τέλους.
Χαμογελάω κι ας μη νιώθω ασφαλής. Κι ας μη γνωρίζω σε τι χρησιμεύω πια. Ξέρω τώρα. Κανείς δε θέλει να αγαπήσει. Όλοι θέλουν να αγαπηθούν.
Σου δίνω 250 milligram ευτυχία. Δώσε 50 πίσω και θα σε κάνω πάλι μισό.

20.9.10

Σιγά μωρέ. Πως κάνεις έτσι; Λες και δεν υπήρξες ποτέ εκεί που η μονάδα μέτρησης του εγώ ήταν το εσύ. Μπορούσες χωρίς το τικ τακ για λίγο ακόμα. Εκεί με σκέφτηκα τις προάλλες. Έχω κι αυτό το κουτί που ήθελα να σου δώσω τη μέρα που θα ξημέρωνε. Ουρανός ξεουρανός τώρα δε με νοιάζει.
Πόσο ξερνάω με τη δήθεν τελειότητα. Μικροσκοπικές ψεύτικες ευτυχίες. Σε καταλαβαίνω. Αλλά δε σε συγχωρώ.

14.9.10

Σιχαίνομαι το μέσο όρο και τα όρια που τείνουν στο άπειρο. Τα ψεύτικα ποιήματα και τις μουσικές που δεν είναι μουσικές στ’ αλήθεια. Σιχαίνομαι το σπίτι, τον καθρέφτη και το πάτωμα που περπατήσαμε. Το μετά και το πριν και το κατά τη διάρκεια. Και τη διάρκεια. Τα βιβλία στο πάτωμα, τα ρούχα στη καρέκλα και τους πεταμένους δίσκους από δω κι από κει. Γι' αυτό επέστρεψαν οι μνήμες μου εκείνο το πρωί. Για λόγια τίποτα.
Μη μιλάς άλλο. Αντέχεις; Μη μιλάς. Τα πάντα είχαν ειπωθεί. Κι έκανα πως δεν έβλεπα μήπως και τα συντρίψω. Προχθές έγινα για πρώτη φορά μεγάλη. Και ζήλεψα που υπήρξε καλοκαίρι. Έσπασε η καρέκλα, ξέρεις. Προχθές έγινα για πρώτη φορά μισή. Κι ούτε θέλω να αρπάξω τίποτα. Τίποτα μετά. Τίποτα από. Τίποτα για ____ .
Μακάρι να μη βρούμε ποτέ σύννεφο να σταθούμε.

7.9.10

Ξεπετάγομαι πάλι. Με ξεπερνάω και με αναποδογυρίζω. Θέλω να μουτζουρώσω όλα τα δευτερόλεπτα πρινμεσφραγίσεις. Έγινα τελικά κι εγώ όσα δε φανταζόμουν. Ξέρεις, όλες οι λέξεις που διάβασες κι εσύ και όλοι γράφτηκαν κατά λάθος. Χωρίς προσπάθεια και χωρίς σκέψη. Κι εκείνες που έγραψα με πιο μεγάλα γράμματα δίπλα στον γκρεμισμένο τοίχο της ζωής σου, οι πιο ψεύτικες απ’ όλες. Εσύ τις ζήτησες θυμάσαι; Τέλος πάντων να μη φοβάσαι. Τις έκρυψα βαθιά στο χαμηλότερο ράφι της κουζίνας για να μη τις βρει ποτέ κανείς και τις διαγράψει. Όλα τα μετά πρέπει να ζουν στην άγνοια και εσύ πάντα με τόσα ψέματα. Συγγνώμη. Δε θέλω να γυρίσω στη πόλη που είχα μόνο αγαπημένα αντικείμενα και έπρεπε να μου δώσω αντιβίωση για να κλάψω για μισό λεπτό.
Εξατμίζομαι. Εκτός εάν. Εκτός. Εάν. Βρες κάτι. Να με αλλάξεις. Να το αλλάξεις. Βιάσου. Το αεροδρόμιο κλείνει σε δύο ώρες. Ποτέ δεν ήθελα να είμαι η ίδια εδώ ούτε και κάποια άλλη. Πάντα λάτρευα να είμαι εγώ κι όχι εδώ χωρίς να είμαι εγώ. Λατρεύω να σου λέω ότι δεν περιμένω πια και να με πιστεύεις. Λατρεύω να σε κάνω να αναρωτιέσαι και να θυμώνεις και να θες να ξεχάσεις τα ψέματα μου και τις λέξεις μου και να πετάς τα πράγματα που σου έφτιαξα. Λατρεύω που ξέρεις ότι θα δε θα ξαναγίνεις ένα.
Έτσι ήμουν πάντα. Γιατί παραξενεύεσαι τώρα; Γι’ αυτό με ερωτεύτηκες. Για φαντάσου.

22.8.10

Γράφω χωρίς τελείες και έζησα τόσα χρόνια χωρίς τελείες. Χθες πριν τα μεσάνυχτα δεν φανταζόμουν ότι θα σου κλέψω το χυμό από τις φράουλες. Γιατί δεν έφυγες τελικά; Εγώ επέστρεψα. Εσύ γιατί δε φεύγεις; Μπορείς να με φιλήσεις σα να με χάνεις για πάντα. Μη περιμένεις το τέλος. Δε συντελούνται πια τέλη για τους ανθρώπους ξέρεις. Και είναι και τόσο λίγοι. Τους ξεχωρίζω στο δρόμο από κάτι κόκκινα κουτιά με ροζ κορδέλες που κρατάνε στα χέρια τους, γεμάτα ζωή και δυστυχία και ευτυχία και αύριο. Οι άλλοι, οι οχιάνθρωποι δεν υπάρχουν για μένα, ούτε και για κανέναν άλλο.
Μ’ αρέσει τώρα που μπορώ να πετάω τα πράγματα σου από δω κι από κει. Μ’ αρέσει που καμιά φορά
διαλέγω να πετάω και τον εαυτό μου και που μπορώ να μη με αγαπάω τόσο. Κι εσύ όταν εξαφανιστείς δε θα σε αγαπάω το ίδιο. Πόσο δυστυχισμένος έχεις γίνει τώρα που δε μπορείς να φιλήσεις πια κανέναν; Κόψε τα χείλη σου και χάρισε τα σε μένα που τα χρειάζομαι για να γίνω ευτυχισμένη.
Και μη ρωτάς άλλο για την ευτυχία. Θυμάσαι αυτά τα φωτάκια που κοίταζες κάθε μέρα αλλά ποτέ δε τα έβλεπ
ες. Αυτή είναι η ευτυχία που ψάχνεις. Τα μάτια μου που περιμένουν να τα δεις. Τα χέρια μου που γίνονται πιο ξεχαρβαλωμένα από ποτέ γιατί ξέχασες να τα αγγίξεις πριν φύγεις. Όλη η ιστορία στο repeat κι όλα τα στέμματα στη θέση τους.
Όχι μη φτιάξεις βαλίτσες
αύτη τη φορά. Θα τις ετοιμάσω εγώ και θα αδειάσω μέσα όλα όσα είχα όταν ήμουν κορίτσι και δεν ήμουν τόσο λυπημένη. Θα τις γεμίσω ευτυχίαμακρυάμου και θα σου χαρίσω όλες τις λέξεις που δε χρειάζεται να λες από δω και εμπρός. Θα ζωγραφίσω και δύο τίποτα στα μάτια σου για να θυμάσαι πώς ήταν τότε που δε ζούσες. Πόσο απέραντα αβέβαια και λίγα μοιάζουν όλα όταν δεν σε κατασπαράζει κανένας έρωτας. Εσένα σε κατασπάραξε ποτέ στ’ αλήθεια;
Ξέρεις πόσο σιχαί
νομαι τα ψέματα. Κι έχω πει τόσα, όμως δε γίνεται αλλιώς. Δε θέλω να γνωρίζεις. Τα λόγια είναι άλλωστε συνήθως περιττά.

25.7.10

Όλη νύχτα μετράω. Έρχεται το τέλος. Μη ξεχάσεις να μαγειρέψεις το κοτόπουλο με τις φράουλες για τελευταία φορά και να κρατήσεις στα αυτιά σου τον ήχο που κάνει όταν το δαγκώνεις και κολυμπούν όλες οι γεύσεις από το στόμα σε όλο σου το σώμα. Τρέχω να τις μαζέψω μη μου ξεφύγουν, αλλά δε ξέρω γιατί άλλαξα τόσο πάλι και δε μπορώ να κρατήσω τίποτα. Τα παπούτσια μου δεν είναι τόσο κόκκινα όσο νομίζεις και εγώ δεν είμαι τόσο θυμωμένη. Είναι όμως μερικές φορές που εγώ δεν είμαι εγώ, όταν εσύ γίνεσαι κάτι άλλο.
Σε συγχωρώ;
Βρή
κα μια πράσινη κορδέλα, από τότε που σε είχα δέσει κάτω απ’ το μαξιλάρι μου, πεταμένη στο πάτωμα και την έσφιξα γύρω από τα χέρια μου για να μη μπορώ πια να γράφω για πράγματα που δε γνωρίζω. Πονάει το δέρμα μου όταν δε με αγγίζει το εγώ που σε περιβάλλει. Κανείς δε το γνωρίζει όσο εγώ. Γι’ αυτό και δε σε συγχωρώ. Δε τολμάς να ζητήσεις χώρο στις λέξεις μου. Δεν αντέχεις να τολμάς γιατί με τόσο τίποτα γύρω σου έμαθες κι εσύ να είσαι τίποτα.
Με συγχωρείς;
Τους βαρι
έμαι όλους και θέλω να εξαφανιστούν όσοι κατασκευάζουν ευτυχίες. Έλα για λίγο να φτιάξουμε μια σταγόνα πραγματική δυστυχία και να τη μοιραστούμε. Μακάρι να ξυπνούσα πιο εύκολα. Μακάρι να ήμουν πιο όμορφη και πιο κανονική. Μακάρι να μου έφτανε ένα μπουκάλι ευτυχία και η καρδιά μου που κάνει ντουπ ντουπ όταν σε περιμένω. Δε με συγχωρείς. Δε με νοιάζει. Δε θέλω. Ποτέ δε θέλησα.
Περιμένω και με τσαλακώνω όσο περισσότερο μπορώ. Αργεί;

15.7.10

Χρειάζονται 34 στροφές και ένα λιβάδι κόκκινες τουλίπες. Χρειάζονται βροχές χωρίς σταγόνες και κύματα που δε σκάνε στα βράχια. Χρειάζονται εκατομμύρια όχιμυρωδιές και διαστάσεις που αλλάζουν κάθε νύχτα. Χρειάζονται ποιητές. Όμως οι ποιητές δεν υπάρχουν στον κόσμο. Ο κόσμος δεν υπάρχει για τους ποιητές. Οι ποιητές είναι ο κόσμος που μόνοι τους φτιάχνουν. Θες μήπως και εσύ να φτιάξεις ένα κόσμο;
Θες. Όμως ξέρω ότι δε μπορείς. Δε φτιάχνονται αλήθειες με ψέματα.
Μεγάλωσα και βαριέμαι λίγο τα χρώματα και ξεχειλίζω από ψέματα. Δε καταφέρνουν ξέρεις να κάνουν κανέναν ομορφότερο, ούτε και πιο ευτυχισμένο και σίγουρα ποτέ ούτε ένα γραμμάριο φράουλα περισσότερο απ’ το μισό που φαίνεται να είναι.
Συναρμολόγησα όλα τα μισά που γνώρισα και έφτιαξα χιλιάδες τοίχους. Τους έβαψα λευκούς με μαύρους κύκλους για να γυρίζω γύρω-γύρω κάθε μέρα μέσα τους κι ύστερα να βγάζω το μάτι μου και να το πετάω πίσω απ’ τη γραμμή του τίποτα και να βρίσκω πάντα κέντρο. Αν με ήξερα θα έκλαιγα μπροστά μου. Σου το ορκίζομαι πως δε μου λείπω. Μου λείπει η μάλλινη ζακέτα μου και το ασπρόμαυρο πάπλωμα σου. Το καλοκαίρι δεν αντέχει πια να με περικυκλώνει για να με νικήσει και έχουμε πια κι οι δυο παραιτηθεί απ’ το παιχνίδι του “ζήταγιανασουδώσωκάτι”.
Δεν είσαι τίποτα. Πάρε μια τσίχλα φράουλα να πάθεις ασφυξία.

5.6.10

Ξύπνησα 44 χιλιάδες μετά πριν σε σκοτώσω. Ήθελα τόσο να σε πονέσω και να σε κάνω τόσα κομμάτια όσες οι φράουλες που άγγιξα όλες τις τελευταίες μέρες κι ύστερα να σε ενώσω πάλι απ’ την αρχή και να γίνεις ένα ολοκαίνουριο εσύ. Μα αποφάσισες μόνος σου και βιάστηκες να γεννηθείς. Γιατί βιάστηκες τόσο; Έπρεπε να με περιμένεις λίγο ακόμα. Επιθυμίες μονής κατεύθυνσης. Ήμουν η πιο ξένη του κόσμου και τώρα έγινες εσύ με τόσες δροσοσταλίδες λάθη.
Κοιτάζω για ώρες όλες τις παλιές φωτογραφίες κι είμαι σίγουρη πως άλλαξες τόσα χρόνια «δε πειράζει» μετρημένα εκατομμύρια φορές. Τώρα πειράζει. Θέλεις να σου χαρίσω δύο καινούρια πόδια για να μπορείς πιο εύκολα να φεύγεις; Τι μου ψιθυρίζεις; Μη μου ψιθυρίζεις. Το αυτί μου καίει από τα λόγια που με μεταμόρφωσαν σε «όχιμονημου» και δεν ακούω τίποτα πια. Και μη με αγγίζεις. Έχω αγκάθια.
Κλείνω τα μάτια μήπως και χωρέσω σε 44 σύμπαντα όλες τις λέξεις που δε περισσεύουν αλλά δε πρέπει να ακούσεις, όμως δε μπορώ. Δεν θέλω. Δεν τίποτα.

30.5.10

Αιώνιο τίποτα που υπάρχεις και δεν υπάρχεις προχθές όταν σου εξηγούσα τον κόσμο ξέχασα να σου πω ότι το τέσσερα δε σημαίνει ποτέ τέσσερα αλλά δύο και δύο και το δύο ένα που έγινε δύο επειδή του πρόσθεσες κάτι ίδιο με αυτό. Όχι δε θέλω να καταλάβεις, θέλω να σε μπερδέψω για να με μπερδέψω έπειτα και μένα, μήπως και ξεχάσω να μετράω όλα τα αύριο που δεν ήρθαν ποτέ.
Με τόσα μπερδεμένα λόγια γκρεμίστηκε ξανά το επίπλαστο ον που φώναζα εσύ και μόλις θυμήθηκα ότι παλιά όταν κοιμόμουν έκλεινα τα μάτια μου στ’ αλήθεια. Τώρα μένω με τα μάτια συνέχεια ανοιχτά και με κοιτάζω και δε μ’ αρέσει όπως μοιάζω. Μεγάλωσα και δε μπορώ με ένα εγώ που δεν είμαι εγώ. Φτιάχνω μια μάσκα από φράουλες και τη ράβω στις κόρες των ματιών μου για να με κοροϊδέψω, αλλά δε γίνεται τίποτα. Με παρατηρεί απ’ το παράθυρο κι ένας από το διπλανό μπαλκόνι και φαίνεται να μη καταλαβαίνει. Κανένας δε θέλω να καταλαβαίνει. Ο κόσμος μοιάζει πολύ μικρός για να κατανοεί τις διαστάσεις του όλου που γεμίζουν τα εκατοστά του σώματος μου. Ξέρεις δεν έχω ανάγκη τίποτα από κανέναν. Όχι ούτε κι από σένα. Παρέα με τις λέξεις μου είμαι πολύ καλύτερα. Έμαθα κιόλας πως το αναγκάζω είναι μια λέξη αναγκαστική. Χορεύω με δύο φράουλες στα μάτια μου. Χορεύω και με κοιτάζω στον καθρέφτη και δεν είμαι εγώ και δε ξέρω στ’ αλήθεια που έχω χαθεί πάλι και δεν αντέχω για ακόμα μια φορά να με ψάξω και να μη με πιάσω. Κι ύστερα παίρνω μια τελευταία ανάσα και χορεύω πάλι και τραγουδάω τις αγαπημένες μου λέξεις και γίνομαι ξανά όπως ήμουν πριν με μεταμορφώσω σε τίποτα και τώρα δε φοβάμαι πια.
Πως θα ξαναφτιάξω τη μάσκα μου για αύριο; Με τόσο νερό σάπισαν οι τελευταίες φράουλες στο μπαλκόνι. Ξέχασα να ρωτήσω τον κόσμο σου γιατί οι φράουλες σαπίζουν και τα λουλούδια μαραίνονται; Θα μαραίνονται κι οι φράουλες από εδώ και μπρος, γιατί οι φράουλες είναι χρόνια και τα χρόνια δε σαπίζουν ποτέ. Γράψτο σε ένα χαρτάκι και βάλτο στη τσέπη του παντελονιού σου για να το θυμάσαι όταν ξαναγεννηθείς.

24.5.10

Παραδομένη στις τελείες, προσπαθώ να υπάρξω μακριά απ’ το κέντρο μου. Νομίζω πως τα δάχτυλα μου αρνούνται να αγγίξουν το άπιαστο. Τα πόδια μου τρέμουν και δε θέλουν να τρέξουν να σε φτάσω. Τα μάτια μου φοβούνται για όσα δε βλέπουν και ήταν κάποτε ολόκληρα μπροστά τους και δικά τους. Παραιτημένοι κι αγκαλιασμένοι με εύκολες λύσεις πάλι. Αυτές διαλέξαμε.

Τώρα δε ξέρω που να βολέψω τα χέρια μου όταν σε συναντάω. Είμαι ενωμένη πια με κάτι πιο όμορφο από σένα, ερωτευμένη με κάτι πιο μεγάλο. Η πόλη άδειασε απ’ όλα τα εσύ που τριγυρνούσαν. Μήπως ξέρεις γιατί τα τόσαχρόνιαπερίμενε έφυγαν έτσι;

4.5.10

"Χωρίς λέξη θα ήταν καλύτερα σκέφτομαι. Αλλά είμαι πια αιχμάλωτος των λέξεων. Κι ας μην την διάλεξα εγώ αυτή την αιχμαλωσία -ποιος άλλωστε διαλέγει τα δεσμά του- ωστόσο είναι πολλές φορές λυτρωτική. Ζήσαμε ωραία. Πολύ καιρό αλλά ο καιρός πεινάει, θέλει αίμα. Και το αίμα θέλει δρόμους, καινούριους δρόμους, κάθε φορά και πιο μακρινούς"
Δε μπορώ να περπατήσω άλλο. Είμαι κουρασμένη τόσο που δε μπορώ να σου το περιγράψω με λέξεις. Είμαι κουρασμένη μέχρι τις άκρες των μαλλιών μου και μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου. Πονάνε. Περπάτησα πολύ τους τελευταίους τέσσερις χιλιάδες αιώνες και έφτασα τουλάχιστον τις μισές φορές σε αδιέξοδα. Ξέρω ότι με κοίταζες κρυφά. Τρομακτικοί είναι οι δρόμοι όταν δεν τους αγγίζεις μόνος. Κι αυτή η πόλη είναι κάπως παράξενη, δε νομίζεις; Φοβάται την ελευθερία κι όταν τη βρει φοβάται τη μοναξιά της. Πως να σπάσω το κουτί με τους φόβους μου; Δε μπορώ. Στο ψιθύρισα πριν οχτώ εκατομμύρια χρόνια και έκανες πως δεν άκουγες, γιατί φοβήθηκες πιο πολύ από μένα να μουτζουρώσεις τη ζωή σου.
Και τώρα; Κάθε πρωί ξυπνάω και μου λέω ψέματα πως τάχα είμαι ευτυχισμένη και κάθε βράδυ σε κοιτάζω και σου λέω πως είσαι κι εσύ. Δεν είσαι. Γιατί με πίστευεις; Θυμώνω που δε με έχω γνωρίσει τόσα χρόνια τώρα. Ουρλιάζω και δενακούς καν. Φοβάμαι αυτό που βλέπω μερικές φορές, γι’ αυτό μου αρέσει τόσο το σκοτάδι. Υπάρχω; Μην απαντάς. Δεν υπάρχω. Ποτέ δεν υπήρξα. Ακούω τον ήχο που κάνουν τα παπούτσια μου όταν πηγαίνω πάνω κάτω για να με αναγκάσω να θυμηθώ τα όνειρα μου, αλλά τελικά σκέφτομαι πως δε θέλω να τα ξέρω. Μόνο έτσι ίσως γίνω κάποτε ελεύθερη.
Ψάχνω 4 άγουρες φράουλες να σου χαρίσω μήπως και καταλάβεις τη ματαιότητα του χρόνου. Να μη τις φας. Όταν σαπίσουν πέταξε τες.

18.4.10

Τώρα πια είμαι ικανή για τα πάντα. Για όλες τις τελείες και τα κόμματα που διαλέξαμε να αντέξουμε χωρίς ανάσα και παύση. Για όλες τις συλλαβές που δε μπορούσα στριμώξω σε λέξεις και για όλα τα γράμματα που δε μπόρεσα να παντρέψω όμορφα, γιατί φοβήθηκα τι θα μου πουν. Οι λέξεις είναι πολυτέλειες κάπως περιττές -δε νομίζεις;- κι οι αλήθειες καλά κρυμμένες συνεχώς τα τελευταία δευτερόλεπτα. Οι φράουλες δε φτάνουν αυτές τις μέρες για να γίνω ευτυχισμένη. Μπορεί και να μη φτάνουν γενικά. Φοβάμαι πολύ. Πιο πολύ απ’ όσο ξέρω και απ’ όσο φαντάζομαι. Δε μου χρειάζονται λέξεις και φωνές τελικά, ούτε σιωπές, ούτε και λάθη που γίνονται σωστά, ούτε σωστά που μένουν πάντα λάθη. Βαριέμαι πολύ να περιμένω την αλλαγή. Πάντα είχα ένα δικό μου κόσμο και ήταν συνηθώς καλύτερος. Κάθε μέρα άνοιγα μεγάλες τρύπες στο σώμα μου και άδειαζα όλη την ευτυχία και όλη τη δυστυχία του κόσμου από μέσα μου και πάντα ξυπνούσα κενή και έτοιμη για όλα. Οι πιο μεγάλες χαρές, ξέρεις, δεν σε προειδοποιούν πριν φτάσουν. Η πιο μεγάλη ευτυχία είναι αύτη που τρυπώνει κρυφά κι απρόσμενα στην τσέπη του παντελονιού σου και δε τη βλέπεις παρά μόνο όταν ζητάς στο παρελθόν σου να γυρίσει. Εκεί που πας να θυμάσαι πάντως πως γυρισμός στ' αλήθεια δεν υπάρχει.

11.4.10

"H σκέψις, τα ποιήματα, βάρος περιττό. Έχω κάτι σπασμένα φτερά. Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαιρι αυτό"
Δεν θα βρέξει άλλο φέτος. Μάζεψα όλα τα χειμωνιάτικα, έκρυψα όλες τις ομπρέλες και μέτρησα τις πρώτες μεγάλες και κόκκινες φράουλες, ολόκληρες πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Υπήρξα κι εγώ κάποτε ολόκληρη. Που να σου εξηγώ τώρα. Μη ρωτάς για πράγματα που δε γνωρίζεις. Τότε υπήρχαν όνειρα που το πρωί δε τα θυμόμουν. Υπήρχαν λέξεις που δεν ήθελα να πω και δε με ανάγκαζε κανένας να τις αρθρώνω. Ξέρεις νομίζω πως θέλω πίσω όλο το μπλε του κόσμου που έσβησα και όλα τα κομμάτια που παίζουν όταν δε μιλάω και δεν έχουν ακόμα γραφτεί. Θέλω κι όλα τα καλοκαίρια και όλους τους γλάρους που δεν εγκατέλειψαν τα ταξίδια για χάρη της τελειότητας τους. Δεν έχει σημασία η τελειότητα, ούτε οι τέλειες λέξεις γιατί απλά δεν υπάρχουν. Εγώ ζητάω μια λέξη που να μπορεί να σ β ή ν ε ι όλες τις εξηγήσεις και τις παρεξηγήσεις και όλες τις τελευταίες μέρες.
Ο χρόνος πρέπει να κυλάει αργά. Οι στιγ
μές είναι πάντα λ ί γ ε ς για να τρέξεις να τις φτάσεις κι οι τελευταίες μέρες είναι χίλιοι παράδεισοι μαζί, κι ας μη το ξέρεις. Κι εγώ ψ ά χ ν ω ένα τόπο παράδεισογιαόλους χρόνια τώρα, άλλα δε μπορώ να τον βρω κι ούτε να τον χτίσω.
Δοκίμασα τις φράουλες. Τώρα ξέρω ότι τίποτα δεν αλλάζει όταν το αγαπάς. Είναι παράξενο. Δεν είναι; Πόσο σκατά μοιάζουν τα πράγματα όταν,
ενώ είναι τόσο φωτεινά και ζωντανά, αρχίζουν να σαπίζουν; Κάτι τέτοιες ώρες σιχαίνομαι όλες τις φράουλες του κόσμου και θέλω να ο υ ρ λ ι ά ξ ω και να βρίσω και να κλάψω κι ύστερα να πετάξω τα πάντα από μέσα μου κι από πάνω κι από δίπλα. Για λίγο μόνο. Μετά κλείνω τα μάτια και όταν τα ξανανοίγω ξέρω πώς οι σπηλιές του τίποτα είναι πάλι δικές μου. Τις πασπαλίζω με μπόλικο πολύ και φτάνει.

6.4.10

Πάντα χορεύουμε το ίδιo. Πάντα γελάμε με τον ίδιο τρόπο και πάντα ζούμε την ίδια μέρα κάθε μέρα.
Εγώ με μοιράζω στις έντεκα και τέταρτο και πάντα όλα τα κομμάτια μου είναι ίσα και μικρά. Ανταλλαγή ζωής το λέω. Σταμάτα να ρωτάς και άκουσε με. Σου δίνω χίλιες είκοσι δύο φράουλες και εσύ σαράντα τρεις χιλιάδες δευτερόλεπτα και ξέρεις ότι ποτέ δεν τρέξαμε μόνοι μας το δρόμο που μας έφερε εδώ. Η ανταλλαγή μας συμβαίνει πάντα δίπλα από μισοσκισμένες φωτογραφίες, αχνές σκιές και μάτια κενά από όλο το τίποτα που τα περιβάλλει πάντα με μια ελπίδα να σιγοκαίει στο βάθος ότι θα κάνουμε το χθες να είναι αρκετό για να αντέξουμε τόσο ίδιο γύρω μας. Συχνές κάτι τέτοιες εναλλαγές. Το ξέρεις.
Ανυποψίαστα δε νομίζεις και εσύ πως είναι πάντα τα θύματα της αλλαγής; Δίχως συγκεκριμένες λέξεις και προειδοποιήσεις για το μελλοντικό χωρίς. Ακούγοντας εύθραυστα λόγια στις σκουριασμένες από τα χρόνια ζωές. Χρωματίζουν πάλι τη ζωή τους με κόκκινο και ύστερα μιμούνται τις ίδιες ιστορίες, ελπίζοντας για μιαν ανάσταση που ποτέ δε φτάνει.
Καταλαβαίνεις για τί μιλάω ε; Ξέρω πως πάντα καταλαβαίνεις ακόμα κι όταν δε σου μιλάω. Όχι, δε χρειάζεται να ανησυχείς για μένα. Εγώ υπάρχω ακόμα και κρατάω όλα τα μυστικά μου μόνο για μένα. Κι όταν μερικές μονάχα φορές δε χωράνε στο 21ο κομμάτι του μυαλού μου, μοιράζομαι κρυφά -πάντα- κάποια με το "όλο" της χθεσινής ζωής μου. Δε χρωματίζω ποτέ τίποτα με κόκκινο και δεν περιμένω το "χωρίς" και το "ποτέ" για να ξυπνήσω από τα όνειρα μου. Λέω πολλά ψέματα στους γύρω μου, αλλά κανένα στον εαυτό μου και αυτό είναι το μόνο που με κάνει να ελπίζω πως όταν κάποτε πεθάνω θα ξέρω για ποιό λόγο έζησα και γιατί περπάτησα χέρι - χέρι με τα "σχέδον" και τα "αντίο" και τα "φοβάμαι".
Πολυτελείς οι σκέψεις ώρες ώρες λέει η Αλίκη, μα κάπου κάπου απαραίτητες για να γκρεμίσεις τα χώριςλόγοψέμματα που είπαμε 342 αιώνες πριν το χθεσινό λάθος ξημέρωμα και για να καταλάβεις ότι χωρίς το "μόνος" το "μαζί" δεν θέλει να υπάρχει.

16.3.10

Κοίτα πόσο δύσκολα είναι σήμερα τα πράγματα. Φοβάμαι λίγο. Σκέφτομαι ακόμα πιο λίγο. Παράξενο δεν είναι πόσο εύκολα οι ψεύτικες λέξεις κερδίζουν την αθανασία; Πόσα λάθος γράμματα στη σωστή σειρά χρειάστηκαν για να τις φτιάξεις; Κι ύστερα πόσες φράουλες έπρεπε να μετρήσω για να αγγίξω το τίποτα της δήθεν ύπαρξης τους; Ολόκληρη η πόλη χόρτασε απ' αυτές. Εσύ γιατί μιλάς πάλι για αυταπάτες; Δεν τις συνήθισες πια; Τα σύννεφα στο τοίχο του σπιτιού σου είναι κάθε στιγμή η πιο εύκολη απόδειξη της γέννησης τους. Μη προσπαθείς πια. Αλήθεια δε χρειάζεται να προσπαθείς άλλο. Φτάνει τόσο. Βλέπεις, δεν κατάφερες και πολλά. Κάποιος με είχε γεμίσει με άπειρο τίποτα και δεν υπάρχει χώρος για χρώματα πια. Όχι, δεν είμαι θυμωμένη. Εσύ γιατί φοβάσαι να θυμώσεις; Είναι περίεργοι οι φόβοι σου πολλές φορές. Το περίεργο είναι παράξενο και το παράξενο όταν λείπει ξέρεις, κάνει το λίγο πιο απαραίτητο και το καθόλου απουσία. Για τέτοιες απουσίες -που ποτέ δεν κατάλαβα- έκλαιγε για χρόνια η Αλίκη.

28.2.10

Σήμερα το πρωί συνάντησα ένα όχι να στριφογυρίζει στο πρώτο φράγμα του μυαλού μου κι ύστερα τις αποδείξεις της δήθεν αθωότητας μας. Γνωρίζεις κι εσύ πως ποτέ δεν υπήρξαν. Το μόνο που μένει πια να εξηγήσω, δεν είναι το γιατί ούτε το πώς, μόνο το πότε. Δε πρόλαβα να μετρήσω καν 14 φράουλες. Παλιά δεν ήθελα να εξηγώ. Μπορούσα να κοιμηθώ χωρίς να εξηγήσω. Τώρα πια δε μπορώ. Όχι, δεν κ ο ι μ ά μ α ι τα βράδια. Μονάχα τις ιδέες μου χρωματίζω με όλα τα χρώματα που δεν υπάρχουν και μερικές φορές σκέφτομαι πόσο θέλω να σε καρφώσω στον τοίχο με αυτές τις πολύχρωμες πινέζες που είχαμε όταν ήμασταν παιδιά. Θυμάσαι; Θα δ ι α λ έ ξ ω μόνο τις ροζ μήπως και κοροιδέψω το σώμα σου και μετά θα τρέχει αίμα και θα πονάς τόσο πολύ που δε θα θυμάσαι πότε σκότωσα το ψάρι σου, αλλά δε θα με νοιάζει. Είναι ωραία να μη σε νοιάζει και ακόμα πιο ωραία να μπορείς εύκολα να κλείνεις τα μάτια. Έχει πολύ ή λ ι ο σήμερα και με πονάνε κάπως. Αν έ β γ α ζ α το ένα θα ήμουν λιγότερο όμορφη; Δε θα ήμουν. Θα ήμουν; Μη μου απαντάς ίσως. Δε με βλέπω πια στον καθρέφτη. Με κοιτάζω κάθε βράδυ, μα δε με βλέπω. Δε θυμάμαι κιόλας αν έχουν μείνει κορδέλες ευτυχίας στα μαλλιά μου, ούτε τι χρώμα είχαν παλιά τα μάτια σου. Περίεργο δεν είναι να ξεχνάς χιλιοζωγραφισμένες μορφές, ειδικά όταν έχεις μ ε τ ρ ή σ ε ι μαζί τους για πάνω από 144 χαμένουςαιώνες εκατομμύρια λάθος στίχους που δεν έχουν ακόμα γραφτεί; Για αυτό σου λέω, παράξενο π α ι χ ν ί δ ι η μνήμη. Μη ψάχνεις στις τσέπες απ’ τα παλιά μου ρούχα. Αλήθεια είναι, ξεθώριασα. Θυμάσαι παλιά που ξυπνούσα νωρίς για να φτιάξω πρωινό; Τώρα πια το ψυγείο είναι πάντα ά δ ε ι ο και όλα τα άλλα πολύ πιο εύκολα.

13.2.10

“Κανείς δεν είναι μαζί, κανείς με κανέναν..Κανείς με κανέναν. Μια νύχτα μόνο, κι ύστερα..Ήμουν γενναία, δεν ήμουν; Μόνο οι γενναίοι αγαπούν, να το θυμάσαι. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα. Εγώ ήμουν στους πρώτους.”
Έκλεισα όλες τις μαγικές πόρτες και γκρέμισα τις σκάλες για το σύννεφο μου. Δεν χρειάζομαι τίποτα πια. Θέλω μ ο ν ά χ α να κάτσω στα τελευταία σκαλοπάτια και να μετρήσω όλα τα αστεία σημάδια που άφησαν όσοι πέρασαν από δω τόσα χρόνια τώρα. Τελειώνει ο χειμώνας ε; Πότε; Γιατί αργεί; Δεν αντέχω, γίνομαι άσχημη και σπάω πάλι όλους τους καθρέφτες, γιατί δε μπορώ να διορθώσω όσα δεν άφησα αλλαγμένα. Είδες ε; Α κ ο ύ μ π η σ α το αντίο προχειρογραμμένο στο μαξιλάρι σου. Όχι, δε μπορώ να κοιμηθώ. Σκέφτομαι πως έχω να κλέψω πολλές λέξεις ακόμα μέχρι να κλείσω την πόρτα και ότι δεν έχω χρόνο να ξαναδω τις παλιές εικόνες. Ξέρεις δε μπορώ να μη θυμώνω με τους ανθρώπους που παρεξηγούν αυτό που είναι και θέλω τόσο να πετάξω τα πάντα από μέσα τους. Δε νυστάζω σου λέω. Όχι, δε φταίει ο πυρετος. Δε βιάζομαι κι ας ξέρω ότι δεν έχω χρόνο. Δε θα 'θελες να μπορείς να κοιμάσαι και να ονειρεύεσαι όλες τις αγαπημένες σου ταινίες; Τα πήρα όλα αυτή τη φορά; Πάντα κάτι αφήνω πίσω για να μπορώ να ε π ι σ τ ρ έ ψ ω. Πάντα; Λάθος λέξη. Όχι τώρα. Ξ έ χ α σ α να σου πω πόσο σ’ ευχαριστώ. Και μη ρωτάς γιατί. Είναι μερικά πράγματα που δε θέλω να τα εξηγώ σε κανέναν. Δε μπορώ. Φοβάμαι να φτιάξω τις τελευταίες εικόνες. Λίγο θλιμμένα και μόνα δεν είναι τα τελευταία δάκρυα που ακουμπούν το προσωπό σου; Στο είχα πει πολλές φορές, θυμάσαι; Δε θέλω να πεθαίνω για τους άλλους. Προτιμώ να πεθαίνουν αυτοί για μένα.

24.1.10

Αγαπητέ Βασιλιά,
Έψαχνα μέρες να σε ανακαλύψω, αλλά φαίνεται πως βρήκες πολύ καλή κρυψώνα και δεν τα έχω καταφέρει μέχρι τώρα. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τη δυνατότητα σου να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι, όμως ποτέ αυτό που πραγματικά θες, πιστεύω πως σε ξεγέλασες και σένα πολύ καλά και μάλλον δε θα μπορέσω να αγγίξω το μυστικό τοπίο της κρυφής σου παράλληλης ύπαρξης. Ήμουν σχεδόν σίγουρη από την αρχή ότι θα έχανα το στοίχημα που είχα βάλει και όντως έτσι έγινε. Η αλήθεια είναι ότι γνωρίζω πολύ καλά μετά από τόσες αντιστροφές του κύκλου και του χρόνου, ότι με τον καιρό οι άνθρωποι δεν γίνονται πιο διαφανείς και τα μυστικά τους δεν συρρικνώνονται, αλλά πάντα διογκώνονται ακόμα και γι' αυτούς τους ίδιους.
Η Αλίκη με είχε προειδοποιήσει, αλλά όπως πάντα υπέκυψα στην πρόκληση. Ήθελα να 'χεις μία λέξη στα ποιήματα μου και ξέρω πως δε σε ρώτησα, όμως υπήρχαν πολλές λέξεις για σένα. Μετά από τόσα λάθη αναρωτιέμαι αν εσύ τελικά βρήκες τον θρόνο σου ή αν ακόμα ψάχνεις. Και πόσο ακόμα θα ψάχνεις; Σου φτάνουν τα πλαστικά στέμματα; Αγαπάς αλήθεια αυτό που είσαι; Αν πάντως σε αγαπάς ακόμα πολύ, κοίτα να ανακαλύψεις μια καινούρια λέξη και άπλωσε την παντού και διάβασε τη και τσαλάκωσε τη στο τέλος, αν δε την αντέχεις. "Διαδοχή". Χρειάζεται να αγαπήσεις μια φορά μια διαδοχή. Εγώ ξέρεις κάθε μέρα που ξυπνάω σκέφτομαι πόσο πολύ αγαπάω όλα όσα δεν είμαι. Δεν είναι ότι δε μου φτάνω, αλλά πρέπει πολύ καιρό ακόμα να με ψάξω. "Για να βρεις τον εαυτό σου πρέπει πρώτα να τον χάσεις", είπε η παράξενη κάμπια στο περίεργο μυαλό της Αλίκης.
Συγγνώμη που δε τα κατάφερα. Καταλαβαίνεις πάντως το λίγο τον κοινών θνητών. Αν ποτέ βγεις απ’ την κρυψώνα σου ζήτησε απ’ την Αλίκη να σου μάθει πώς να βρίσκεις αυτά που αξίζουν.
Φιλικά ή όχι,
Η φίλη της Αλίκης που μετράει φράουλες

13.1.10

Προσπαθώ να βρω μια ροζ λέξη που θα μυρίζει τριαντάφυλλο, θα έχει γεύση βανίλια και θα κλαίει από ευτυχία, αλλά οι μόνες λέξεις που σκέφτομαι είναι μαύρες, θυμωμένες και μοιάζουν να π ο ν ά ν ε πολύ. Θα βγάλω όλα τα περιτυλίγματα και τις κορδέλες σήμερα. Μου χρειάζεται να θυμηθώ όλα τα μικρά πράγματα που μου λ ε ί π ο υ ν. Θέλω να κάτσουμε μια τελευταία φορά, αλλά να μη μιλήσουμε. Θα πάρω ένα χαρτί και θα σε ζωγραφίσω, κι ύστερα θα σου εξηγήσω χωρίς να αρθρώσω λέξη, γιατί θέλω τόσο να σε εκδικηθώ και να σε σβήσω. Μέτα θα πάρεις το χαρτί και θα το κόψεις 100 κ ο μ μ α τ ά κ ι α και τότε θα ξέρω ότι ξέρεις όλες τις αλήθειες που δεν πρόλαβα να σου πω. Μου ‘ρχεται αηδία ρε γαμώτο όταν το σκέφτομαι. Πόσο πολύ λυπάμαι όταν πρέπει να τσαλακώνω τα χαρτιά με τους ανθρώπους που αγαπάω. Μακάρι να ξέρες πόσο πολύ λυπάμαι. Μυρίζεις λάθος. Τόσο καιρό κάτι άλλο μύριζα και έχασα τόσο χρόνο να προσπαθώ να λύσω ένα α ί ν ι γ μ α που δεν είχε απάντηση και να με πείθω κάθε πρωί ότι ο κόσμος δεν είναι τετράγωνος. Όχι, δε φταίω και γι’ αυτό. Γι’ αυτό φταις μονάχα εσύ αλλά τι σημασία έχει ποιός φταίει τελικά; Το τέρμα έχει σημασία μόνο και μέχρι να το βρεις στοιχειώνεις πολλά κουτιά αναμνήσεων. Πως θα με συγχωρέσω που δεν έκανα το ταξίδι που είχα προγραμματίσει για φέτος; Ήθελα να πάω σε ένα σύννεφο πράσινο που δεν με είχε πάει κανείς ως τώρα. Να μείνω εκεί για πολλές μέρες, να γελάσω τόσο πολύ που να θέλω να κλάψω, να περπατήσω μέχρι να με πονέσουν τα πόδια μου και ύστερα να βγάλω τα παπούτσια μου και να έχω φτερά για να μπορώ να πηγαίνω σε όλα τα σύννεφα που θέλω χωρίς π ε ρ ι ο ρ ι σ μ ο ύς. Με κούρασαν πολύ ξέρεις. Τα παραμύθια δεν πρέπει να έχουν ούτε όρια, ούτε περιορισμούς. Και δυστυχώς στην πραγματικότητα πάντα έχουν.

3.1.10

Η Αλίκη μου χάρισε ένα ρόδι για τον καινούριο χρόνο. Το κοίταζα για ώρα και ήθελα να της πω ότι δε μου αρέσουν τα ρόδια και πως θα έπρεπε ήδη να το γνωρίζει. Της το έχω πει 1020 φορές ότι αγαπώ μονάχα τις φράουλες, πόσο δύσκολο είναι να το θυμηθεί; Τέλος πάντων, ήθελα να σου μάθω 2010 λέξεις για τη νέα σ ε λ ί δ α στο ημερολόγιο. Διαβάλλω, καταβάλλω, υποβάλλω, αναβάλλω, περιβάλλω, υ π ε ρ β ά λ λ ω, εισβάλλω. Όχι, το ε π ι β ά λ λ ω δε θέλω να το ξέρεις. Τη σιχαίνομαι αυτή τη λέξη. Νομίζω πως θα μπορούσα να τη σκοτώσω, αν ήξερα τον τρόπο να την κάνω να πεθάνει ασήμαντα. Δύσκολο να βρεις κάποιο ασήμαντο τέλος. Ξέρεις πόσα τέλη συντελέστηκαν χωρίς την παρουσία μου; Δε φτάνουν όλα τα ρόδια του κόσμου για να τα μ ε τ ρ ή σ ε ι ς. Έτσι είπα και στην Αλίκη. Μου είπε ότι είναι για καλή τύχη και την ευχαρίστησα, παρότι συχνά σκέφτομαι ότι το ευχαριστώ είναι η πιο ψεύτικα τυπική λέξη που γνωρίζω. Είναι σαν τις δέκα ροζ κορδέλες στα δώρα που παίρνεις σε εκείνους που δεν γνωρίζεις στ’ αλήθεια. Χ ρ ε ι ά ζ ο ν τ α ι επιπλέον χ ρ υ σ ό σ κ ο ν η και χρώμα για να πιστέψουν την ψεύτικη αλήθεια σου. Κι έπειτα η καλή τύχη. Τί ακριβώς είναι και τί σημαίνει; Να περπατάς στη μία όχθη του ποταμού κι αυτό που ζητάς να μην είναι στην α π έ ν α ν τ ι ή μήπως να είναι για να το ψάξεις λίγο παραπάνω; Δε ξέρω. Τίποτα πια δε ξέρω. Τελικά δε μου πήρα τίποτα φέτος. Δεν ήθελα τίποτα. Δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο, τώρα που έχω μάθει να μετράω τα σωστά, να ρωτάω όλο και λιγότερα, να κλέβω λάμψη και να χαμογελάω με όλο το τίποτα που με περιβάλλει. Και δε θα μιλάω πια. Θα περιμένω τους άλλους να μιλήσουν μήπως μου μάθουν κανέναν άλλο τρόπο για να ζήσω στο σύννεφο μου τσαλακωμένη κι ευτυχισμένη.