28.2.10

Σήμερα το πρωί συνάντησα ένα όχι να στριφογυρίζει στο πρώτο φράγμα του μυαλού μου κι ύστερα τις αποδείξεις της δήθεν αθωότητας μας. Γνωρίζεις κι εσύ πως ποτέ δεν υπήρξαν. Το μόνο που μένει πια να εξηγήσω, δεν είναι το γιατί ούτε το πώς, μόνο το πότε. Δε πρόλαβα να μετρήσω καν 14 φράουλες. Παλιά δεν ήθελα να εξηγώ. Μπορούσα να κοιμηθώ χωρίς να εξηγήσω. Τώρα πια δε μπορώ. Όχι, δεν κ ο ι μ ά μ α ι τα βράδια. Μονάχα τις ιδέες μου χρωματίζω με όλα τα χρώματα που δεν υπάρχουν και μερικές φορές σκέφτομαι πόσο θέλω να σε καρφώσω στον τοίχο με αυτές τις πολύχρωμες πινέζες που είχαμε όταν ήμασταν παιδιά. Θυμάσαι; Θα δ ι α λ έ ξ ω μόνο τις ροζ μήπως και κοροιδέψω το σώμα σου και μετά θα τρέχει αίμα και θα πονάς τόσο πολύ που δε θα θυμάσαι πότε σκότωσα το ψάρι σου, αλλά δε θα με νοιάζει. Είναι ωραία να μη σε νοιάζει και ακόμα πιο ωραία να μπορείς εύκολα να κλείνεις τα μάτια. Έχει πολύ ή λ ι ο σήμερα και με πονάνε κάπως. Αν έ β γ α ζ α το ένα θα ήμουν λιγότερο όμορφη; Δε θα ήμουν. Θα ήμουν; Μη μου απαντάς ίσως. Δε με βλέπω πια στον καθρέφτη. Με κοιτάζω κάθε βράδυ, μα δε με βλέπω. Δε θυμάμαι κιόλας αν έχουν μείνει κορδέλες ευτυχίας στα μαλλιά μου, ούτε τι χρώμα είχαν παλιά τα μάτια σου. Περίεργο δεν είναι να ξεχνάς χιλιοζωγραφισμένες μορφές, ειδικά όταν έχεις μ ε τ ρ ή σ ε ι μαζί τους για πάνω από 144 χαμένουςαιώνες εκατομμύρια λάθος στίχους που δεν έχουν ακόμα γραφτεί; Για αυτό σου λέω, παράξενο π α ι χ ν ί δ ι η μνήμη. Μη ψάχνεις στις τσέπες απ’ τα παλιά μου ρούχα. Αλήθεια είναι, ξεθώριασα. Θυμάσαι παλιά που ξυπνούσα νωρίς για να φτιάξω πρωινό; Τώρα πια το ψυγείο είναι πάντα ά δ ε ι ο και όλα τα άλλα πολύ πιο εύκολα.

13.2.10

“Κανείς δεν είναι μαζί, κανείς με κανέναν..Κανείς με κανέναν. Μια νύχτα μόνο, κι ύστερα..Ήμουν γενναία, δεν ήμουν; Μόνο οι γενναίοι αγαπούν, να το θυμάσαι. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα. Εγώ ήμουν στους πρώτους.”
Έκλεισα όλες τις μαγικές πόρτες και γκρέμισα τις σκάλες για το σύννεφο μου. Δεν χρειάζομαι τίποτα πια. Θέλω μ ο ν ά χ α να κάτσω στα τελευταία σκαλοπάτια και να μετρήσω όλα τα αστεία σημάδια που άφησαν όσοι πέρασαν από δω τόσα χρόνια τώρα. Τελειώνει ο χειμώνας ε; Πότε; Γιατί αργεί; Δεν αντέχω, γίνομαι άσχημη και σπάω πάλι όλους τους καθρέφτες, γιατί δε μπορώ να διορθώσω όσα δεν άφησα αλλαγμένα. Είδες ε; Α κ ο ύ μ π η σ α το αντίο προχειρογραμμένο στο μαξιλάρι σου. Όχι, δε μπορώ να κοιμηθώ. Σκέφτομαι πως έχω να κλέψω πολλές λέξεις ακόμα μέχρι να κλείσω την πόρτα και ότι δεν έχω χρόνο να ξαναδω τις παλιές εικόνες. Ξέρεις δε μπορώ να μη θυμώνω με τους ανθρώπους που παρεξηγούν αυτό που είναι και θέλω τόσο να πετάξω τα πάντα από μέσα τους. Δε νυστάζω σου λέω. Όχι, δε φταίει ο πυρετος. Δε βιάζομαι κι ας ξέρω ότι δεν έχω χρόνο. Δε θα 'θελες να μπορείς να κοιμάσαι και να ονειρεύεσαι όλες τις αγαπημένες σου ταινίες; Τα πήρα όλα αυτή τη φορά; Πάντα κάτι αφήνω πίσω για να μπορώ να ε π ι σ τ ρ έ ψ ω. Πάντα; Λάθος λέξη. Όχι τώρα. Ξ έ χ α σ α να σου πω πόσο σ’ ευχαριστώ. Και μη ρωτάς γιατί. Είναι μερικά πράγματα που δε θέλω να τα εξηγώ σε κανέναν. Δε μπορώ. Φοβάμαι να φτιάξω τις τελευταίες εικόνες. Λίγο θλιμμένα και μόνα δεν είναι τα τελευταία δάκρυα που ακουμπούν το προσωπό σου; Στο είχα πει πολλές φορές, θυμάσαι; Δε θέλω να πεθαίνω για τους άλλους. Προτιμώ να πεθαίνουν αυτοί για μένα.