13.2.10

“Κανείς δεν είναι μαζί, κανείς με κανέναν..Κανείς με κανέναν. Μια νύχτα μόνο, κι ύστερα..Ήμουν γενναία, δεν ήμουν; Μόνο οι γενναίοι αγαπούν, να το θυμάσαι. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα. Εγώ ήμουν στους πρώτους.”
Έκλεισα όλες τις μαγικές πόρτες και γκρέμισα τις σκάλες για το σύννεφο μου. Δεν χρειάζομαι τίποτα πια. Θέλω μ ο ν ά χ α να κάτσω στα τελευταία σκαλοπάτια και να μετρήσω όλα τα αστεία σημάδια που άφησαν όσοι πέρασαν από δω τόσα χρόνια τώρα. Τελειώνει ο χειμώνας ε; Πότε; Γιατί αργεί; Δεν αντέχω, γίνομαι άσχημη και σπάω πάλι όλους τους καθρέφτες, γιατί δε μπορώ να διορθώσω όσα δεν άφησα αλλαγμένα. Είδες ε; Α κ ο ύ μ π η σ α το αντίο προχειρογραμμένο στο μαξιλάρι σου. Όχι, δε μπορώ να κοιμηθώ. Σκέφτομαι πως έχω να κλέψω πολλές λέξεις ακόμα μέχρι να κλείσω την πόρτα και ότι δεν έχω χρόνο να ξαναδω τις παλιές εικόνες. Ξέρεις δε μπορώ να μη θυμώνω με τους ανθρώπους που παρεξηγούν αυτό που είναι και θέλω τόσο να πετάξω τα πάντα από μέσα τους. Δε νυστάζω σου λέω. Όχι, δε φταίει ο πυρετος. Δε βιάζομαι κι ας ξέρω ότι δεν έχω χρόνο. Δε θα 'θελες να μπορείς να κοιμάσαι και να ονειρεύεσαι όλες τις αγαπημένες σου ταινίες; Τα πήρα όλα αυτή τη φορά; Πάντα κάτι αφήνω πίσω για να μπορώ να ε π ι σ τ ρ έ ψ ω. Πάντα; Λάθος λέξη. Όχι τώρα. Ξ έ χ α σ α να σου πω πόσο σ’ ευχαριστώ. Και μη ρωτάς γιατί. Είναι μερικά πράγματα που δε θέλω να τα εξηγώ σε κανέναν. Δε μπορώ. Φοβάμαι να φτιάξω τις τελευταίες εικόνες. Λίγο θλιμμένα και μόνα δεν είναι τα τελευταία δάκρυα που ακουμπούν το προσωπό σου; Στο είχα πει πολλές φορές, θυμάσαι; Δε θέλω να πεθαίνω για τους άλλους. Προτιμώ να πεθαίνουν αυτοί για μένα.