11.4.10

"H σκέψις, τα ποιήματα, βάρος περιττό. Έχω κάτι σπασμένα φτερά. Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαιρι αυτό"
Δεν θα βρέξει άλλο φέτος. Μάζεψα όλα τα χειμωνιάτικα, έκρυψα όλες τις ομπρέλες και μέτρησα τις πρώτες μεγάλες και κόκκινες φράουλες, ολόκληρες πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Υπήρξα κι εγώ κάποτε ολόκληρη. Που να σου εξηγώ τώρα. Μη ρωτάς για πράγματα που δε γνωρίζεις. Τότε υπήρχαν όνειρα που το πρωί δε τα θυμόμουν. Υπήρχαν λέξεις που δεν ήθελα να πω και δε με ανάγκαζε κανένας να τις αρθρώνω. Ξέρεις νομίζω πως θέλω πίσω όλο το μπλε του κόσμου που έσβησα και όλα τα κομμάτια που παίζουν όταν δε μιλάω και δεν έχουν ακόμα γραφτεί. Θέλω κι όλα τα καλοκαίρια και όλους τους γλάρους που δεν εγκατέλειψαν τα ταξίδια για χάρη της τελειότητας τους. Δεν έχει σημασία η τελειότητα, ούτε οι τέλειες λέξεις γιατί απλά δεν υπάρχουν. Εγώ ζητάω μια λέξη που να μπορεί να σ β ή ν ε ι όλες τις εξηγήσεις και τις παρεξηγήσεις και όλες τις τελευταίες μέρες.
Ο χρόνος πρέπει να κυλάει αργά. Οι στιγ
μές είναι πάντα λ ί γ ε ς για να τρέξεις να τις φτάσεις κι οι τελευταίες μέρες είναι χίλιοι παράδεισοι μαζί, κι ας μη το ξέρεις. Κι εγώ ψ ά χ ν ω ένα τόπο παράδεισογιαόλους χρόνια τώρα, άλλα δε μπορώ να τον βρω κι ούτε να τον χτίσω.
Δοκίμασα τις φράουλες. Τώρα ξέρω ότι τίποτα δεν αλλάζει όταν το αγαπάς. Είναι παράξενο. Δεν είναι; Πόσο σκατά μοιάζουν τα πράγματα όταν,
ενώ είναι τόσο φωτεινά και ζωντανά, αρχίζουν να σαπίζουν; Κάτι τέτοιες ώρες σιχαίνομαι όλες τις φράουλες του κόσμου και θέλω να ο υ ρ λ ι ά ξ ω και να βρίσω και να κλάψω κι ύστερα να πετάξω τα πάντα από μέσα μου κι από πάνω κι από δίπλα. Για λίγο μόνο. Μετά κλείνω τα μάτια και όταν τα ξανανοίγω ξέρω πώς οι σπηλιές του τίποτα είναι πάλι δικές μου. Τις πασπαλίζω με μπόλικο πολύ και φτάνει.