4.5.10

"Χωρίς λέξη θα ήταν καλύτερα σκέφτομαι. Αλλά είμαι πια αιχμάλωτος των λέξεων. Κι ας μην την διάλεξα εγώ αυτή την αιχμαλωσία -ποιος άλλωστε διαλέγει τα δεσμά του- ωστόσο είναι πολλές φορές λυτρωτική. Ζήσαμε ωραία. Πολύ καιρό αλλά ο καιρός πεινάει, θέλει αίμα. Και το αίμα θέλει δρόμους, καινούριους δρόμους, κάθε φορά και πιο μακρινούς"
Δε μπορώ να περπατήσω άλλο. Είμαι κουρασμένη τόσο που δε μπορώ να σου το περιγράψω με λέξεις. Είμαι κουρασμένη μέχρι τις άκρες των μαλλιών μου και μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου. Πονάνε. Περπάτησα πολύ τους τελευταίους τέσσερις χιλιάδες αιώνες και έφτασα τουλάχιστον τις μισές φορές σε αδιέξοδα. Ξέρω ότι με κοίταζες κρυφά. Τρομακτικοί είναι οι δρόμοι όταν δεν τους αγγίζεις μόνος. Κι αυτή η πόλη είναι κάπως παράξενη, δε νομίζεις; Φοβάται την ελευθερία κι όταν τη βρει φοβάται τη μοναξιά της. Πως να σπάσω το κουτί με τους φόβους μου; Δε μπορώ. Στο ψιθύρισα πριν οχτώ εκατομμύρια χρόνια και έκανες πως δεν άκουγες, γιατί φοβήθηκες πιο πολύ από μένα να μουτζουρώσεις τη ζωή σου.
Και τώρα; Κάθε πρωί ξυπνάω και μου λέω ψέματα πως τάχα είμαι ευτυχισμένη και κάθε βράδυ σε κοιτάζω και σου λέω πως είσαι κι εσύ. Δεν είσαι. Γιατί με πίστευεις; Θυμώνω που δε με έχω γνωρίσει τόσα χρόνια τώρα. Ουρλιάζω και δενακούς καν. Φοβάμαι αυτό που βλέπω μερικές φορές, γι’ αυτό μου αρέσει τόσο το σκοτάδι. Υπάρχω; Μην απαντάς. Δεν υπάρχω. Ποτέ δεν υπήρξα. Ακούω τον ήχο που κάνουν τα παπούτσια μου όταν πηγαίνω πάνω κάτω για να με αναγκάσω να θυμηθώ τα όνειρα μου, αλλά τελικά σκέφτομαι πως δε θέλω να τα ξέρω. Μόνο έτσι ίσως γίνω κάποτε ελεύθερη.
Ψάχνω 4 άγουρες φράουλες να σου χαρίσω μήπως και καταλάβεις τη ματαιότητα του χρόνου. Να μη τις φας. Όταν σαπίσουν πέταξε τες.