30.5.10

Αιώνιο τίποτα που υπάρχεις και δεν υπάρχεις προχθές όταν σου εξηγούσα τον κόσμο ξέχασα να σου πω ότι το τέσσερα δε σημαίνει ποτέ τέσσερα αλλά δύο και δύο και το δύο ένα που έγινε δύο επειδή του πρόσθεσες κάτι ίδιο με αυτό. Όχι δε θέλω να καταλάβεις, θέλω να σε μπερδέψω για να με μπερδέψω έπειτα και μένα, μήπως και ξεχάσω να μετράω όλα τα αύριο που δεν ήρθαν ποτέ.
Με τόσα μπερδεμένα λόγια γκρεμίστηκε ξανά το επίπλαστο ον που φώναζα εσύ και μόλις θυμήθηκα ότι παλιά όταν κοιμόμουν έκλεινα τα μάτια μου στ’ αλήθεια. Τώρα μένω με τα μάτια συνέχεια ανοιχτά και με κοιτάζω και δε μ’ αρέσει όπως μοιάζω. Μεγάλωσα και δε μπορώ με ένα εγώ που δεν είμαι εγώ. Φτιάχνω μια μάσκα από φράουλες και τη ράβω στις κόρες των ματιών μου για να με κοροϊδέψω, αλλά δε γίνεται τίποτα. Με παρατηρεί απ’ το παράθυρο κι ένας από το διπλανό μπαλκόνι και φαίνεται να μη καταλαβαίνει. Κανένας δε θέλω να καταλαβαίνει. Ο κόσμος μοιάζει πολύ μικρός για να κατανοεί τις διαστάσεις του όλου που γεμίζουν τα εκατοστά του σώματος μου. Ξέρεις δεν έχω ανάγκη τίποτα από κανέναν. Όχι ούτε κι από σένα. Παρέα με τις λέξεις μου είμαι πολύ καλύτερα. Έμαθα κιόλας πως το αναγκάζω είναι μια λέξη αναγκαστική. Χορεύω με δύο φράουλες στα μάτια μου. Χορεύω και με κοιτάζω στον καθρέφτη και δεν είμαι εγώ και δε ξέρω στ’ αλήθεια που έχω χαθεί πάλι και δεν αντέχω για ακόμα μια φορά να με ψάξω και να μη με πιάσω. Κι ύστερα παίρνω μια τελευταία ανάσα και χορεύω πάλι και τραγουδάω τις αγαπημένες μου λέξεις και γίνομαι ξανά όπως ήμουν πριν με μεταμορφώσω σε τίποτα και τώρα δε φοβάμαι πια.
Πως θα ξαναφτιάξω τη μάσκα μου για αύριο; Με τόσο νερό σάπισαν οι τελευταίες φράουλες στο μπαλκόνι. Ξέχασα να ρωτήσω τον κόσμο σου γιατί οι φράουλες σαπίζουν και τα λουλούδια μαραίνονται; Θα μαραίνονται κι οι φράουλες από εδώ και μπρος, γιατί οι φράουλες είναι χρόνια και τα χρόνια δε σαπίζουν ποτέ. Γράψτο σε ένα χαρτάκι και βάλτο στη τσέπη του παντελονιού σου για να το θυμάσαι όταν ξαναγεννηθείς.