5.6.10

Ξύπνησα 44 χιλιάδες μετά πριν σε σκοτώσω. Ήθελα τόσο να σε πονέσω και να σε κάνω τόσα κομμάτια όσες οι φράουλες που άγγιξα όλες τις τελευταίες μέρες κι ύστερα να σε ενώσω πάλι απ’ την αρχή και να γίνεις ένα ολοκαίνουριο εσύ. Μα αποφάσισες μόνος σου και βιάστηκες να γεννηθείς. Γιατί βιάστηκες τόσο; Έπρεπε να με περιμένεις λίγο ακόμα. Επιθυμίες μονής κατεύθυνσης. Ήμουν η πιο ξένη του κόσμου και τώρα έγινες εσύ με τόσες δροσοσταλίδες λάθη.
Κοιτάζω για ώρες όλες τις παλιές φωτογραφίες κι είμαι σίγουρη πως άλλαξες τόσα χρόνια «δε πειράζει» μετρημένα εκατομμύρια φορές. Τώρα πειράζει. Θέλεις να σου χαρίσω δύο καινούρια πόδια για να μπορείς πιο εύκολα να φεύγεις; Τι μου ψιθυρίζεις; Μη μου ψιθυρίζεις. Το αυτί μου καίει από τα λόγια που με μεταμόρφωσαν σε «όχιμονημου» και δεν ακούω τίποτα πια. Και μη με αγγίζεις. Έχω αγκάθια.
Κλείνω τα μάτια μήπως και χωρέσω σε 44 σύμπαντα όλες τις λέξεις που δε περισσεύουν αλλά δε πρέπει να ακούσεις, όμως δε μπορώ. Δεν θέλω. Δεν τίποτα.