22.8.10

Γράφω χωρίς τελείες και έζησα τόσα χρόνια χωρίς τελείες. Χθες πριν τα μεσάνυχτα δεν φανταζόμουν ότι θα σου κλέψω το χυμό από τις φράουλες. Γιατί δεν έφυγες τελικά; Εγώ επέστρεψα. Εσύ γιατί δε φεύγεις; Μπορείς να με φιλήσεις σα να με χάνεις για πάντα. Μη περιμένεις το τέλος. Δε συντελούνται πια τέλη για τους ανθρώπους ξέρεις. Και είναι και τόσο λίγοι. Τους ξεχωρίζω στο δρόμο από κάτι κόκκινα κουτιά με ροζ κορδέλες που κρατάνε στα χέρια τους, γεμάτα ζωή και δυστυχία και ευτυχία και αύριο. Οι άλλοι, οι οχιάνθρωποι δεν υπάρχουν για μένα, ούτε και για κανέναν άλλο.
Μ’ αρέσει τώρα που μπορώ να πετάω τα πράγματα σου από δω κι από κει. Μ’ αρέσει που καμιά φορά
διαλέγω να πετάω και τον εαυτό μου και που μπορώ να μη με αγαπάω τόσο. Κι εσύ όταν εξαφανιστείς δε θα σε αγαπάω το ίδιο. Πόσο δυστυχισμένος έχεις γίνει τώρα που δε μπορείς να φιλήσεις πια κανέναν; Κόψε τα χείλη σου και χάρισε τα σε μένα που τα χρειάζομαι για να γίνω ευτυχισμένη.
Και μη ρωτάς άλλο για την ευτυχία. Θυμάσαι αυτά τα φωτάκια που κοίταζες κάθε μέρα αλλά ποτέ δε τα έβλεπ
ες. Αυτή είναι η ευτυχία που ψάχνεις. Τα μάτια μου που περιμένουν να τα δεις. Τα χέρια μου που γίνονται πιο ξεχαρβαλωμένα από ποτέ γιατί ξέχασες να τα αγγίξεις πριν φύγεις. Όλη η ιστορία στο repeat κι όλα τα στέμματα στη θέση τους.
Όχι μη φτιάξεις βαλίτσες
αύτη τη φορά. Θα τις ετοιμάσω εγώ και θα αδειάσω μέσα όλα όσα είχα όταν ήμουν κορίτσι και δεν ήμουν τόσο λυπημένη. Θα τις γεμίσω ευτυχίαμακρυάμου και θα σου χαρίσω όλες τις λέξεις που δε χρειάζεται να λες από δω και εμπρός. Θα ζωγραφίσω και δύο τίποτα στα μάτια σου για να θυμάσαι πώς ήταν τότε που δε ζούσες. Πόσο απέραντα αβέβαια και λίγα μοιάζουν όλα όταν δεν σε κατασπαράζει κανένας έρωτας. Εσένα σε κατασπάραξε ποτέ στ’ αλήθεια;
Ξέρεις πόσο σιχαί
νομαι τα ψέματα. Κι έχω πει τόσα, όμως δε γίνεται αλλιώς. Δε θέλω να γνωρίζεις. Τα λόγια είναι άλλωστε συνήθως περιττά.