4.10.10


Let me take you down, 'cause I'm going to Strawberry Fields. Nothing is real and nothing to get hung about.
 
Τώρα που γνωρίζουμε και έχουμε δει με τα ίδια μας τα μάτια δεν υπάρχουν πια δικαιολογίες ούτε και σύννεφα. Όσες μνήμες κι αν σβήσουμε πάντα θα περισσεύουν κι άλλες για να κατασκευάζουν πλάσματα πέρα απ’ την ύπαρξη και τη ζωή μας. Πολύ πιο πέρα απ’ το μυαλό μας κι όσα μπορούμε να αντέξουμε. Μορφές ιδανικές, μυστήριες κι ισορροπημένες.
Τόσο καιρό παίζαμε σα τα παιδιά στα συγκρουόμενα. Χτυπούσαμε και φεύγαμε κι ύστερα συνεχίζαμε, κοιτώντας πάντοτε μπροστά σα να μη συνέβαινε το παραμικρό. Κι όμως γύρω μας πολλά είχαν πεθάνει ή ίσως και να μην είχαν ποτέ καν γεννηθεί.
Μετά από τόσα ανεβοκατεβάσματα στις σκάλες του μυαλού το τρελό κορίτσι που αγαπούσε τις φράουλες δεν υπάρχει πια. Ίσως και ποτέ να μην υπήρξε. Φαντασία, παραίσθηση ή απλώς ένα όνειρο που έτυχε να το θυμηθούμε κάτι Κυριακές που ξυπνούσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο λίγο πιο αργά από ότι τις υπόλοιπες μέρες.
Η φίλη της Αλίκης όμως – το ξέραμε άλλωστε καλά- ποτέ δεν είχε δοκιμάσει τη ζωή. Ποτέ δεν έκλαψε, δε γέλασε, δε σκίστηκε και δεν τσαλακώθηκε. Ποτέ δεν άντεξε για παραπάνω από 2 ώρες γράμματα και 43 φράουλες ταξίδια. Ποτέ δεν έδωσε πραγματικές απαντήσεις. Μονάχα λέξειςθησαυρούς κλεισμένες σε μπουκάλια που ταξίδευαν για χρόνια μέσα μας ήξερε να ψιθυρίζει.
Με ψιθύρους ζήσαμε έτσι κι αλλιώς μια ζωή.