11.12.10


Χρωματιστές νιφάδες στριφογυρίζουν έξω απ’ το παράθυρο. Έχω μαζέψει τόσες με τα χέρια που έκοψα απ’ το σώμα σου 45 αιώνες πριν. Στα είχα ζητήσει θυμάμαι για να έχω κάτι από σένα και να αντέχω το κρύο κάτι μέρες σαν κι αυτή. Τις βάζω σε σειρά και τις ξεχωρίζω ανάλογα με το μέγεθος και μετά ανάλογα με το χρώμα, μήπως και σχηματίσω κάποτε σωστά το παζλ του όχιένα.
Πάλι όμως κάνω λάθος. Η σωστή στιγμή δεν έρχεται και τα κομμάτια ποτέ δεν ταιριάζουν. Κι ο  χρόνος γίνεται απλά μια επανάληψη, όπως το χιόνι που λιώνει και ξαναγεννιέται. Μια ίδια ιστορία κι οι άνθρωποι και τα χρώματα τους. Έτσι πάντα -ή σχεδόν πάντα- κι οι λέξεις τους.
Εκείνο το βράδυ χρόνια πριν που χάζευα το χιόνι φωτισμένο πίσω απ’ το πλανήτη 2, έτσι μαγεμένη που ήμουν νόμιζα ότι θα κρατούσε για πάντα. Παγωμένο νερό που ζεστάθηκε στο τέλος. Στο δεν τέλος. Κι είμαστε τώρα εδώ ερωτευμένοι κι αλλιώτικοι, διαγαλαξιακά μακρινοί, απέραντα μισοί, συμφωνημένα διαλυμένοι, χωρισμένα άρρωστοι, οριστικά λίγοι, αφόρητα χωρίς. Τόσο που νομίζω ότι αν μείνω γυμνή στο κρύο θα πονάω πιο λίγο. Τόσο που ξέρω ότι αν μείνεις γυμνός στο κρύο ίσως και να ξαναγεννηθείς.