30.12.11


Κατερίνα Γώγου, "Θα ρθεί καιρός"

"Θα ρθεί καιρός που θα αλλάξουν τα πράγματα. 
Να το θυμάσαι Μαρία. 
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι 
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη 
-μη βλέπεις εμένα- μην κλαις. Εσύ εισ' η ελπίδα.
 
Άκου θάρθει καιρός 
που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς 
δε θα βγαίνουν στην τύχη 
Δε θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές 
με γερμένους απέξω
 
Και τη δουλειά 
θα τη διαλέγουμε 
δε θα μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια. 
Οι άνθρωποι -σκέψου!- θα μιλάνε με χρώματα 
κι άλλοι με νότες.  

Να φυλάξεις μονάχα 
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό 
λέξεις και έννοιες σαν και αυτές 
απροσάρμοστοι-καταπίεση-μοναξιά-τιμή-κέρδος-εξευτελισμός 
για το μάθημα της ιστορίας. 

Είναι Μαρία -δε θέλω να λέω ψέματα- δύσκολοι καιροί. 
Και θα ρθούνε κι άλλοι. 
Δεν ξέρω -μην περιμένεις και από μένα πολλά- 
τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω 
κι απ' όσα διάβασα ένα κρατάω μόνο: 
"Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος".

Θα την αλλάξουμε τη ζωή! 
Παρ' όλα αυτά Μαρία." 

Ξεθάβω ευχές μέρες τώρα, αλλά δεν υπάρχουν αρκετές. Η ελπίδα όμως πάντα φτάνει για όλους μας.

15.12.11


photo: Waiting by ~TexasCutie93

Περίεργο να ξύνουν τις πολύχρωμες σταγόνες μέσα σου άνθρωποι που σχεδόν δε γνωρίζεις, με συλλαβές που ισορροπούν - δεν ισορροπούν στο κεφάλι σου.

Κάτι τέτοιες φορές νομίζω πως δε χρειάζεται να χτίζεις καινούριες λέξεις για να λες όλα τα ευχαριστώ που βουίζουν στ’ αυτιά σου, ούτε και να χαρίζεις ουράνια τόξα από παράλληλες πραγματικότητες.

Να ξέρεις πάντως πως κάποτε θα με κόψω κομματάκια, θα κοιμηθώ για ώρες κι όταν ανοίξω τα μάτια μου θα έχω γίνει χίλιες άγριες φράουλες μαζί. Προς το παρόν μετράω αντίστροφα μέχρι να έρθει το καλοκαίρι και παραμένω μία και μάλλον μεταλλαγμένη. Όμορφα είναι κι έτσι. Δε νομίζεις;

11.12.11



Παπούτσια βρεγμένα από δισεκατομμύρια σταγόνες μικροπρέπειας. Τα βγάζεις και τα πετάς. Καλύτερα να τρέχεις ξυπόλητος, ξέρεις, μερικές φορές. Άλλες πάλι καλύτερα να μην τρέχεις καθόλου.

Άνθρωποι για πέταμα λες εσύ. Άνθρωποι χωρίς δικές τους συλλαβές λέω εγώ. 

Ποιος ξέρει; Νομίζω πάντως πως σ’ ευχαριστώ που δε μ’ αφήνεις να μεταφράσω τις λέξεις σου. Δε με πειράζει. Μου ψιθυρίζω μόνο ξανά και ξανά λόγια που ξεχύνονται απ’ το κεφάλι μου χρόνια τώρα.

Κάποτε όταν μάθουμε να ζούμε πραγματικά και πολύ δε θα χρειαζόμαστε πολύχρωμα φωτάκια που αναβοσβήνουν για να γίνουμε ευτυχισμένοι. Θα κλείνουμε τα ματιά και θα έχουμε όλες τις ευτυχίες του κόσμου στη θέση τους.

4.12.11



Κάπου κοντά στην άκρη του χρόνου. Λευκό δωμάτιο. 6 επί 7 το πολύ. Μηχανήματα που κάνουν ντουπ ντουπ και σωληνάκια γεμάτα ελπίδαεπί2. Βλέπεις τους τοίχους παραδομένους σε τέσσερα δισεκατομμύρια χρώματα απ’ τους ανθρώπους που διάλεξαν να μείνουν; Μόνοι τους; Με βοήθεια; Τι σημασία έχει; Φτάνει σχεδόν να τους βλέπεις κι εσύ.
Είναι δύσκολο να σε ανοίγουν και να σε κλείνουν, να σε κόβουν και να σε ράβουν κι εσύ να μένεις ίδιος. Να πρέπει να παραμένεις αρκετός. Οι γύρω όσο και να προσπαθούν ποτέ δε φτάνουν, γιατί φοβούνται πιο πολύ.
Κάτι τέτοιες στιγμές απαγορεύεται να μη ξεφλουδίζεις την ευτυχία για μια μέρα ακόμα. Απαγορεύεται να μην ανοίξεις όλες τις πόρτες της για ακόμα μία φορά και για μία μετά από αυτή. Μέχρι να γίνει πάλι απαραίτητη.

23.11.11


photo: Walk on water by *bittersweetvenom
Τσαλαβουτήξαμε σε λίγες σιωπές ακόμα. Επαληθεύσαμε τόσες φορές ότι 1 και 1 δεν κάνει ποτέ 1, αλλά πάντα 2, που μέχρι κι εγώ βαρέθηκα να μετράω.
Άφησα τα πόδια μου βρεγμένα με όσα ποιήματα θυμάμαι απ’ έξω για να μάθω να περπατάω κάπως πιο λίγο και πάντως πιο αργά. Δε μου χρειάζονται, ξέρεις, πολλά όνειρα ακόμα. 2 σκοτάδια και 2 ποτήρια γεμάτα με τζιν, ανακατεμένα με οχιδυστυχία να τα πιούμε και να αφήσουμε και μια γουλιά για το επόμενο πρωί.
Κοιμάσαι, ξυπνάς και φεύγεις και γυρίζεις κι είναι όλα όπως ήταν πριν 245 πραγματικότητες. Δε θέλω άλλες πραγματικότητες, ούτε άλλες αλήθειες. Δεν πρόλαβα και να πηδήξω απ’ το αεροπλάνο στο  ξεθωριασμένο από ευτυχία σύννεφο μου, όπως υπολόγιζα. Τώρα που γύρισα όμως και είδες κι εσύ πως είμαι ακόμα εγώ έτσι όπως δε θέλω να είμαι, φέρε μου 2 μπαλόνια να κολυμπήσω μέσα τους για να φτάσω λίγο πιο γρήγορα εκεί πάνω.
Μόνο εκεί θα σκοτώσω τις τετράγωνες λογικές όλου του κόσμου.

12.11.11


photo: Paint Still Life by ~anotherloser39

Παραπατάω αριστερά και δεξιά απ’ την ευθεία που νόμιζες ευτυχία. Χαρίζω δώρα με κορδέλες αναισθησίας και γεμίζω σακούλες σκουπιδιών με αναμνήσεις πιο τίποτα απ’ το τίποτα που διάλεξα να με περιβάλει. Με καθησύχαζα για χρόνια.
Ξήλωσα το αγαπημένο μου πολύχρωμο πουλόβερ κι έκοψα εκατομμύρια κομμάτια τα κουβάρια με τις κλωστές. Υστέρα τα έριξα στο τζάκι και τα κοίταζα για ώρες μήπως και γεμίσω χρώματα τα πάντα μέσα μου. Μήπως τα χέρια μου γίνουν μαγικά όπως τις φορές που ερωτεύομαι και ψηλώνω 45,2 μέτρα και μπορώ να αγγίξω το εγώπουδενείμαι.
Μπερδεύτηκα πάλι. Προχθές το βράδυ τα μάτια μου ζήτησαν παρενθέσεις αντί να ζητήσουν προσθέσεις, γιατί είχα πιει λίγο και δεν άκουσα καλά τα λόγια που ψιθύριζαν στο κεφάλι μου. Είναι και που ξεχάσαμε να πούμε τις αλήθειες πιο νωρίς. Δε με νοιάζει για μένα. Δε ξέρω ούτε στιγμή που είμαστε, όμως δε το φωνάζω γιατί δε με νοιάζει για μένα.
Τώρα τα δάχτυλα μου μίκρυναν και δε μπορώ πια να σε πιάσω. Τώρα άλλωστε που η πόλη άλλαξε, λες πως πρέπει να αλλάξουμε κι εμείς. Πρέπει να στριμωχτούμε για να χωρέσουμε σε νέες συσκευασίες. Να μάθουμε ν’ αναπνέουμε κάπως λιγότερο και να μιλάμε χωρίς «εσύ» για να σωθούμε.
Μαλακίες. Εγώ δε θέλω να στριμωχτώ, ούτε και να σωθώ.

25.10.11


 
Μην ψάχνεις άλλο.
Δε χρειάζεται να κλέψεις τίποτα από πουθενά. Είναι καλύτερα, ξέρεις, όταν δεν έχεις.
Η φωνή που ονόμασα εγώ σταμάτησε να ψιθυρίζει λέξεις στ’ αυτιά μου.
Δεν ακούω. Δεν περιμένω. Πολλά τίποτα.
Είναι και που ποτέ δε φτάνει να περιμένεις. 
Πρέπει και να μπορείς.

16.10.11


photo: Bed by ~cassetteject

Είχα πολύ θόρυβο ακόμη μέσα μου. Έβαλα ένα μαντήλι στα δάχτυλα μου και μετά στο στόμα μου για να μην πω την αλήθεια.

Ξεκλείδωσα -όπως πάντα- με προσοχή τη πόρτα για να μη δω.
Είχε βρέξει ήδη 245 χιλιάδες σύννεφα.

Κι ύστερα ξύπνησα μέσα σε σεντόνια από χρώματα με κάποιον άλλο μισό δίπλα μου.
Τα χαρτιά με τις κουρασμένες λέξεις ήταν όλα σκισμένα στο πάτωμα.

Είχαμε, δεν είχαμε οχιδυστυχία; Δεν είχε σημασία πια.

Είχε έρθει ο καιρός που οι άνθρωποι δε έκαναν κατά λάθος όνειρα.

2.10.11



Ονειρεύτηκα πολύ, σίγουρα περισσότερο από 88 εκατομμύρια δευτερόλεπτα. Εντατική παραίτηση θρυμματισμένη σε αρώματα σιωπών. Βακτηρίδια ενοχής τρέχουν μέσα στις φλέβες μου και μολύνουν το όλο που νόμιζα ότι ήσουν εσύ. Τα πάντα και το  τίποτα που πρέπει να μαζέψω σε στοίβες και να στριμώξω σε συρτάρια για να φτιάξουμε καινούριες μουσικές και νέες λέξεις. 

Ονειροπραγματικές.

Τέτοιες που να έχουμε τη δύναμη να κλείνουμε τα μάτια και να περπατάμε ανάποδα στη Neuhauser strasse κι ύστερα να πετάμε πάνω από το  σιντριβάνι της Karlsplatz και να χαζεύουμε ένα ζευγάρι που χορεύει στον πάγο.  

Δεν περιμένω άλλη αναχώρηση. Δεν περιμένω άλλη αποχώρηση.
Τσαλακώνω και τσαλαπατάω τα δήθεν όνειρα σας. Ο κόσμος σας δεν θέλει να δει έξω από το παράθυρο. Κανείς τελικά δε θέλει να ζήσει για να κερδίσει τηνευτυχίαναξεχειλίζειαπόλεςτιςτρύπεςτου.
Τόσες αιωνιότητες τίποτα χώρεσαν σε ένα κουτί που κάποτε στριμώξαμε τα αγαπημένα μας παπούτσια. Πάλιωσαν κι αυτά.

Δεν έχω άλλα χαρτιά να φτιάξω μαγικές λέξεις για όλους μας. Συννεφοπαρμένες ιαχές δυστυχίας τόσο τρομακτικές σαν να μην υπήρξε ποτέ ιστορία άλλη από αυτή.
Δε μου ψιθύρισα ούτε μια φορά στ’ αλήθεια ότι έχω κλάψει για σκέψεις “περίμενε λίγο ακόμα να με αλλάξω”, ούτε για λόγια “πότε μπορείς να γίνεις εγώ;”. 

Προτίμησα να μη το ξέρω.

18.9.11


Είχα, θυμάμαι, δύο πράσινες καρέκλες, πολλές φορές μισές. Καθόταν συνήθως πάνω κάποιος τίποτα χωρίς αιχμές, χωρίς στηρίγματα, σχεδόν ποτέ έτοιμος να τις γδάρει.
Δεν είχα, δε θυμάμαι, κουρέλια αυταπάρνησης και θραύσματα εγωισμού.

Υπήρχαμε θα πεις.

Ακροβατούσαμε σε λόφους συνηθειών, προπάντων μόνοι κι αβέβαια αρκετοί. Σχηματίζαμε λέξεις, αλλά δεν αρθρώναμε λόγια. Κατασκευασμένα άλλοι, ιδανικά σωστοί. Τεμαχισμένοι απ’ έξω κι από μέσα.

Εικόνες περίπλοκες, εικόνες αναγκαστικές και λίγες και μικρές και πάντα τετράγωνες. Κι ύστερα ήρθαν οι ακροβασίες του νου. Φυλακισμένοι πόθοι.

Μια γέφυρα έψαχνα πάντα.
Μα δε τη βρήκα.

Αύριο όλα θα μυρίζουν πάλι φράουλα.

3.9.11


 
Έραψα τα μάτια μου πάλι για να μη σε βλέπω. Φυλακίζομαι σε λίγο τίποτα κι είμαι καλύτερα έτσι. Να 'σαι πάλι. Μην πλησιάζεις. Δεν έχω άλλα κομμάτια να δώσω σε κανέναν. Δεν υπάρχει χρόνος στον ύπνο μου για σένα. Δεν υπάρχουν φίλοι χωρίς ροζ κορδέλες. Και δεν υπάρχουν ροζ κορδέλες ξέρεις πια. 
Άνοιξε τα αυτιά σου και άκουσε με. Δε σε χρειάζομαι. Μπορώ και ξαναμπορώ και 1024 φορές μπορώ έτσι που είμαι. Δε με κόβω άλλα 24 κομμάτια. Κατάλαβε με και άσε με χωρίς θρόνο και στέμμα αύτη τη φορά.
Έζησα 543,2 ζωές μήπως καμιά φορά μπορέσω να ζήσω στ’ αλήθεια. Με σκότωσα τις περισσότερες. Σε σκότωσα και σένα στον ύπνο σου. Έβαλα φωτιά στα χέρια μου και δεν ήμουν εγώ. Θα με σκοτώσω άλλες τόσες, φτάνει να μη γίνω ποτέ εγώ.
Δεν ερωτεύομαι άλλο. Δε μπορώ να ανασάνω πια με τόσα λάθη αναποδογυρισμένα στο καλάθι με τα άπλυτα. Δεν κοροϊδεύω άλλο. Είμαι δεν είμαι εγώ. Εδώ, δεν είμαι εγώ. Εκεί δεν είμαι εγώ. Κι εγώ δεν είμαι ότι μπορώ, ούτε κι ότι θέλω να γίνω.
Είμαι πια 8 δίπλα στο 2 και δε ξέρω πως μοιάζουν οι βιολέτες. Ούτε γιατί τις λένε έτσι, ούτε αν ταιριάζουν με τις φράουλες μου, ούτε κι αν χωράνε στα χέρια σου. Αν χωράνε φέρε μου τρεις. Μία για κάθε φόρα που θα σε γνωρίσω από την αρχή. Θα θυμάμαι τα χέρια σου καλύτερα έτσι.
Ξέρεις, λέω να ξαναγεννηθώ αύριο.
Ναι, θα ξαναγεννηθώ. Αυτή τη φορά θα καθίσω στο σύννεφο μου και δε θα γνωρίσω ποτέ τίποτα και κανέναν κι έτσι δε θα ζητήσω ποτέ τίποτα και κανέναν. Θα φοβάμαι λίγο μόνη μου, αλλά σίγουρα θα είναι καλύτερα απ’ το να φοβάμαι το «μημείνωμόνημου». Θα τρώω φράουλες με τα πόδια και θα πίνω χυμό ρούμι με τα χέρια μου.  Θα κλείνω τα μάτια και θα πετάγομαι στη θάλασσα, θα πλατσουρίζω με 2 χταπόδια και όταν αρχίζουν να με αγγίζουν θα γυρίζω πίσω στο σύννεφο μου. Θα μιλάω πολύ, θα φτιάχνω δικές μου λέξεις, θα κλαίω συνέχεια χωρίς να ντρέπομαι. Κι όταν έρθει ο χειμώνας θα τρώω πατατάκια ευτυχίας μέσα στο χιόνι.
Και σίγουρα δε θα κοιμάμαι. Είναι επικίνδυνο ξέρεις να κοιμάσαι. Μπορεί να μη ξυπνήσεις ποτέ.

10.7.11

photo: Summer by ~rockmantica
Sinking faster than a boat without a hull, Dreaming about the day when I can see you there. Here we go again and my head is gone I stopped to say hello, cause I think you should know by now
Χορεύω πάνω σε δυο τρισεκατομμύρια ακτίνες τώρα που ήρθε το καλοκαίρι. Σχεδιάζω προσεκτικά τις βουτιές μου και μαζεύω τις ομπρέλες που σου είχα χαρίσει, γιατί δε θέλω πάλι να με κάψει ο ήλιος και να γεμίσω με κόκκινα αηδιαστικά σπυριά απ’ έξω κι από μέσα.
Οι άλλοι γεμίζουν με σίδερα και καρφιά και πρέπει να μένουν ακίνητοι για να ζήσουν μισή αλήθεια, ζωή σκατά γεμάτη άλλους δίπλα τους. Κι εμείς ξεχειλίζουμε από χρωματιστά φάρμακα να τρέχουν μέσα μας και να μη φτάνουν. Να καταστρέφουν και να διαλύουν και πάλι να μη φτάνουν.
Σιχαίνομαι τα πράγματα που δε φτάνουν. Σιχαίνομαι τις λέξεις που δε φτάνουν. Κι είναι τόσα όσα οι κόκκοι άμμου που υπάρχουν σ ολόκληρο τον κόσμο. Κάνω κουβάρια με τρίχες. Τρίχες και κλωστές να μας δέσουν και να μας αφήσουν για πάντα στο ίδιο σημείο μέχρι να γίνουμε μηδέν και να πεθάνουμε. Τι να τις κάνεις τις θάλασσες; Δε ζωγραφίζουν ταξίδια πάνω και κάτω από μόνες τους. Σε θέλουν εκεί. Είσαι, δεν είσαι. Μπορείς, δε μπορείς.
Τίποτα δε μένει για πάντα εκεί που ήταν όταν το πρωτογνώρισες. Η αγαπημένη μου πετσέτα χάλασε από τον καιρό και την έκοψα κομματάκια για να την κολλήσω πάνω από το κρεβάτι μου. Χρειάζομαι κάτι για να θυμάμαι.
Μην κλαις. Υπάρχει πάντα μια χειρότερη μέρα που το κλάμα σου ίσως και να ‘χει σημασία. Τώρα που περπατάω με τις φτέρνες μου προς τα πίσω, μαθαίνω πως πολλά πράγματα δεν είναι και τόσο απαραίτητα. Δε βλέπω πια. Κάθε μέρα που ξυπνάω τα μάτια μου μοιάζουν όλο και πιο πολύ με κουμπότρυπες έτοιμες να κλείσουν.
Όταν κλείσουν, μη ξεχάσεις να πάρεις ένα ψαλίδι να τις ανοίξεις. Τότε ίσως να ξαναγεννηθώ και ν’ αρχίσω πάλι από την αρχή. Τότε ίσως βουτήξω και το πόδι μου στη θάλασσα.

20.6.11



 photo: Ribbons by ~HeartsAMess 
"Tenho mais almas que uma. Há mais eus do que eu mesmo. Existo todavia
Indiferente a todos.
Faço-os calar: eu falo" 

Οι άνθρωποι γύρω μου τσακώνονται για τις λέξεις. Λες και είναι δικές τους. Λες και ήταν δικές τους ποτέ. Κι ίσως χρόνια μετά να μετρήσουν τις γραμμές που έπρεπε να είχαν γράψει όμως θα φτάνει; Δε θα χουν γνωρίσει ούτε το δεύτερο εαυτό τους και θα τσακώνονται ακόμα για λόγια τίποτα. Για φίλους πεθαμένους. Για χέρια ανέγγιχτα. 

Δεν είμαι.

Δε γράφω πια. Ρίχνω σαγκρία στο πληκτρολόγιο και σβήνω όλες τις ταραγμένες λέξεις που έγραφα για χρόνια. Σωστές ή λάθος, ούτε που έχει σημασία πια. Αναβοσβήνω το καινούριο φως στο σαλόνι και ψάχνω να δανειστώ φωτογραφίες για να γεμίσω το πάτωμα μου τώρα που μάζεψα τα χαλιά. Αν σε ήξερα λίγο καλύτερα σίγουρα θα είχα κλέψει κάτι από σένα. Από παντού κλέβω. Λέξεις, χρώματα, φρούτα, ήλιους και σιωπές. Τις τελευταίες δε καταλαβαίνει κανείς γιατί τις παίρνω στα κρυφά. Δε τις θέλει κανείς εξάλλου. Μου το ‘πε κι ο γιατρός ξέρεις. Να κλέβω ότι μπορώ για να καταφέρνω ν’ αναπνέω. Μου έδωσε και μια χούφτα χάπια και τα ρίχνω κάθε απόγευμα στη φραουλάδα μου για να θυμάμαι. Ξεχνάω αλλιώς. Του έλεγα πως είναι καλύτερα όταν σβήνεις το εγώ σου, αλλά δεν άκουγε. Πρέπει να ξέρεις λέει,  να γνωρίζεις πως είσαι. 

Δεν είσαι. 

Τα βράδια μπερδεύομαι.  Δε ξέρω αν θέλω να ακούσω τι λένε οι γύρω, ούτε κι αν πρέπει να τους κοιτάζω. Έβαλα στα μάτια μου φιόγκους και κόλλησα τα αυτιά μου με ταινία διπλής όψης. Απ’ έξω έβαλα χρωματιστές κορδέλες. 
Τα πράγματα μοιάζουν κάπως καλύτερα τώρα.

8.5.11

photo: Let it go by*bl0emetjE

"From now on, forget happiness. Now it’s just about saving the remains, the wreckage, the appearance."
Μεγάλωσα ακόμα ένα εκατοστό ενός αιώνα. Είμαι τόσο μεγάλη πια που δε μπορώ να μετρήσω με φράουλες. Δεν έχω τόσες στο ψυγείο. Και βλέπεις πως είμαι. Ακόμα δε ξέρω κι ούτε και θέλω να μάθω πως θα γίνω σε 5256000 λεπτά από σήμερα.
Δε με νοιάζει η ευτυχία. Δεν υπάρχει. Όσα άριστα και να πάρεις δε φτάνουν για να γίνεις ευτυχισμένος αν δε μπορείς να σε κοροιδέψεις.
Κι ύστερα βλέπω απεγνωσμένα ευτυχείς ανθρώπους γύρω μου. Κι ακούω τις μουσικές, τα λόγια και σκέψεις τους και θέλω να γελάσω. Να τους βάλω μπροστά από ένα καθρέφτη και να κοιτάζονται για ώρες μέχρι να καταλάβουν. Να τους απλώσω με 5 μανταλάκια και να τους χτυπάει ο αέρας μέχρι να ξυπνήσουν από τις σάπιες ευτυχίες τους. Δε μπορεί να υπάρχουν. Δε χρειαζόμαστε τον κόσμο τους.
Αλλιώς έμοιαζαν τα πράγματα όταν ήμασταν μικροί. Τα καλοκαίρια στο νησί βρίσκαμε μια κάποια ευτυχία στα κοχύλια που μαζεύαμε από τη θάλασσα και στις παραστάσεις που στήναμε τα απογεύματα στην αυλή. Τότε ύπηρχε μια ελπίδα. Μια σταγόνα αναζήτησης για ευτυχία ήταν αρκετή για να φτιάξει τις μέρες μας.
Τότε δεν υπήρχε η Αλίκη. Τότε υπήρχαν μόνο πραγματικοί φίλοι και φανταστικοί εχθροί. Και τώρα; Οι περισσότεροι μοιάζουν φανταστικοί. Κάθε χρόνο μετράω όλο και λιγότερους φίλους. Κι είναι όλοι γύρω τόσο διαφορετικοί. 
Δεν έχει σημασία να νιώθεις ξέρεις, αλλά να δείχνεις λίγοτερο δυστυχής. Γι αυτό μου διάβαζε η φράου Έλεν το κουκλόσπιτο του Ίψεν στη παραλία και εγώ την κορόιδευα.
Πόσο δίκιο είχε. Κι εκείνη κι η μάμα μου. Όλο εξετάσεις είναι κόσμος και δε μπορείς να αποτύχεις. Εγώ όμως θέλω να αποτύχω, πως να σας το πω. Θέλω να μάθω να το αντέχω και τώρα δε μπορώ.
Δε με έμαθε κανείς. Θέλω να με κάνω χίλια κομμάτια και να αποτύχω με κάθε μου κομμάτι ενατρισεκατομμύριο φορές. Να κάνω λάθος. Και να ματώσω μέχρι να ανοίξω τα μάτια μου και να είμαι εγώ.
Τώρα τελευταία οι μέρες μοιάζουν σαν σε παράλληλη πραγματικότητα.
Έχω χρωματιστά ποτήρια και καρέκλες και ρούχα. Χρωματίζω τα πάντα γύρω μου μήπως και βρω το ίχνος ένος μονοπατιού που θα με κάνει περισσότερο κουτή και λιγότερο μισή. Και περιμένω. Περιμένω να δω τους άλλους να αλλάζουν γιατί έγω -ξέρεις- δε μπορώ.
Έγινα φίλη με όλα μέσα μου. Βρήκα το χάπι της οχιδυστυχίας. Είναι πράσινο με ροζ βούλες και έχει σχήμα ανάποδης φράουλας. Παίρνω ένα το πρωί και ένα το βραδύ και ξεχνιέμαι.
Ξεχνιέμαι από τα τίποτα.
Δε σας καταλαβαίνω. Αλήθεια δε σας καταλαβαίνω. Τι είστε; Πότε ήρθατε στο σπίτι μου; Μπορείτε να φύγετε σας παρακαλώ; Εγώ παίζω με τα σύννεφα μου και τις λέξεις μου. Και δε χωράτε - ακούτε;- δε χωράτε εδώ. Δε με νοιάζουν τα παιχνίδια σας. Δε με ενδιαφέρει η ύπαρξη σας. Παράσιτα που πίνετε έρωτα και αγάπη και χαμόγελα από τους άλλους. Δε βλέπετε ούτε το εγώ σας. Τόσο λίγοι είστε.
Α φύγατε; Επιτέλους. Με κουράσατε κάπως. Και ξέρετε είχα υποσχεθεί να σας αντέξω. κάποιος πρέπει να σας αντέξει και έσας. Δε μπόρεσα όμως. Κρίμα που μετά από τόσες λέξεις και γέλια και στιγμές δεν έχω πια κάτι να σας πω.
Κρίμα που δε μπορώ να δω την δήθεν ευτυχία σας.
Μετρήστε ανάποδα. Το παραμύθι σας τελειώνει. Όλα τα παραμύθια κάποτε τελειώνουν. Δεν είχατε δα και ποτέ το ρόλο του βασιλιά.

14.4.11


Ναι, ξέρετε, θα αλλάζουμε. Και δεν υπάρχουμε πια.
Συγχωρέστε με μα δε το διάλεξα εγώ. Γι’ αυτό μη μου το παίζετε θύματα και κλαίγεστε από δω κι από κει.

Κλειδώστε και κλείστε τις πόρτες σας και σας παρακαλώ και τα στόματα σας, γιατί μας ζάλισατε με όλα τα ψέμματα και τις αηδίες. Χορτάσαμε τίποτα και χρωματιστές γιρλάντες δήθεν ενδιαφέροντος που έγιναν κομματάκια για ενατρισεκατομμύριο πιο τίποτα απ’ το τίποτα.
Κι αν είστε ευτυχισμένοι –όπως τάχα λέτε- δε θα έπρεπε να σας φτάνει; Χαρείτε έτσι λίγο κι αφήστε τα δράματα σε άλλους. Να ξέρατε πόσο σας βαριέμαι.
Όταν διαλέγεις –ακούτε;- το ίχνος ενός μονοπατιού δεν έχει πίσω, δεν έχει όλα, δεν έχει αλλιώς. Έχει μόνο έτσι. Και το γνωρίζατε καλά. Μόνοι σας. Εσείς. Στα γκρίζα συννεφάκια σας, βρεγμένοι απ’ έξω κι από μέσα με τη βεβαιότητα της αδικιάς που υποστήκατε. Αλήθεια ήταν τέτοια; Πνιγμένοι από κάτω κι από δίπλα με την ελπίδα ότι θα κερδίσετε. Ποιός νοιάζεται άλλος από σας; Ποιός ζήτησε τείχη γύρω σας; Σκαλίστε τους θρόνους σας, πιείτε κρασί και ανάψτε όσα πιο πολλά κεράκια μπορείτε για να γιορτάσετε την ύπαρξη σας, γιατί όπου να ‘ναι θα βαρεθείτε να κολυμπάτε στα φανταστικά σας κύματα μαχών, σε πραγματικούς βυθούς γελοιότητας και σε θάλασσες προκαθορισμένων σεναρίων που δε σας βγήκαν όπως υπολογίζατε. Κρίμα πράγματι, θα μπορούσα ίσως και να σας λυπηθώ γι' αυτό.
Δε βαριέσαι. Δε θα υπολογίσατε καλά μάλλον, παρότι κάποιοι από σας ίσως ήταν μια κουκίδα πιο έξυπνοι. Μια κουκίδα στο κύκλο του μηδενικού.

2.4.11


Won't you help to sing these songs of freedom?
Cause all I ever had, redemption songs

Προσπαθώ μέρες τώρα και δε μπορώ να βάλω τα γράμματα στη σειρά. Τα τζάμια είναι γεμάτα δαχτυλιές. Τουλάχιστον κάποιος υπήρξε κάποτε εδώ. Καλά το είπες. Δεν υπάρχουν σωστές λέξεις για να σου ζωγραφίσω όλα όσα γουργουρίζουν μέσα στο μυαλό μου. Μακάρι να μπορούσες κι εσύ να καταλάβεις χωρίς να ψιθυρίσω τίποτα.

Ξέρεις δεν ανησυχώ πια. Δεν ανησυχώ που δεν ανησυχώ. Δε με νοιάζει. Κανείς. Άνθρωποι που ζήσαμε ή που δε ζήσαμε στα αλήθεια μαζι τους. Άνθρωποι που θα θέλαμε να μοιραστούμε τις παγίδες του τίποτα ή του όλα. Λυπημένοι ή περισσότεροι χαρούμενοι, αισιόδοξοι ή κάπως διαφορετικοί. Με χαμένη την αθωώτητα τους. Πάντα βαθιά θλιμμένοι. Κι ας μη το γνωρίζουν. Πάντα κάπως διαλυμένοι. Κι απ’ έξω κι από μέσα. Κάποιοι μπορεί να βρήκαν ένα δρόμο. Σίγουρα όχι τον σωστό. Τι σημασία έχει; Χρειάζονται συγκεκριμένες μελωδίες και λέξεις κι αποστάσεις. Χρειάζονται όλα τα λάθος πράγματα. Όλους τους λίγους ανθρώπους. Πριν κοιμηθούν κοιτάζουν πάντα κάτω απ’ το κρεβάτι μήπως και βρουν τον εχθρό που τους καταδιώκει. Μαλακίες. Το μυαλό τους είναι πασαλλειμένο με τόσα λάθη που δε ξέρουν πως το θηρίο υπήρχε πάντα μέσα τους και δίνουν δήθεν μάχες. Ο κόσμος είναι ένα κι ένα. Εκείνοι το μισό. Κι αυτό πολύ είναι.

Καθάρισα τα τζάμια τελικά. Δε θέλω καμία ανάμνηση, κανένα τοίχο με φωτογραφίες. Κανένα γράμμα. Δε θέλω τίποτα παλιό. Μόνο καινούρια ναι. Και κανένα όχι. Στο έλεγα τόσους μήνες πριν και δε με άκουσες. Ποτέ δεν άκουσες. Αλλιώς θα ήξερες τι στριφογυρίζει μέσα στα κύτταρα μου. Θα ήξερες ότι με κόβω κομματάκια κάθε μέρα και δεν πονάω πια.

Τι σημασία έχει ποιός λέει τι; Τι σήμασια έχει ποιός καταλαβαίνει. Δεν υπάρχει κανένας για τους άλλους. Κανένας να τραγουδήσει το αγαπημένο σου κομμάτι. Μόνο το εγώ. Στο θρόνο του, στη ματαιότητα της υπεροχής του να μένει βυθισμένο κάπου έκει. Γιατί να πρέπει να δικαιολογείς και να εξηγείς και να συγχωρείς; Γιατί να πρέπει να σε καταλάβουν και να καταλάβεις κι εσύ;

Δεν ψάχνω αυτό. Δεν μου χρειάζεται. Δε θέλω κανείς να καταλάβει. Στ’ αρχίδια μου. Κάποιον να ανοίξει τις κλειδαμπαρωμένες πόρτες μου θέλω. Μόνο αυτό. Χέστηκα αν θα κερδίσω.

7.3.11


Ευχές που δε τις εννοείς. Μακάρι να χιονίσει. Μαλακίες. Αποστειρωμένα χαμόγελα που κοιτάνε πάντα στο ίδιο σήμειο. Με το ίδιο βλέμμα για να μη σε προδώσουν. Όλοι μπορούν να σε ξεγελάσουν, ξέρεις. Όσοι αφήνουν κι όσοι δεν αφήνουν τα περασμένα βλέμματα, τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Τους αφήνεις μόνος σου να σε ξεγελούν.

Αναβοκατεβαίνω όλη τη μέρα τις σκάλες μήπως και καταλάβω τη βλακεία των ανθρώπων. Το ατέλειωτα ξεθωριασμένο δήθεν βάθος τους. Δε τους μπορώ. Δε τους καταλαβαίνω. Δεν αντέχω αυτή τη ματαίοδοξια. Το κυνήγι για το τίποτα που τους κάνει κάπως ευτυχείς.

Η πραγματικότητα δεν είναι 2 κουταλιές απ’ το αγαπημένο σου γλυκό. Ούτε η πρωτή γεφυρα απ’ το αγαπημένο σου κομμάτι. Η πραγματικότητα δεν έχει τίποτα αγαπημένο. Έχει ιδανικά, ερωτεύσιμα, κομμάτια που σε οδήγουν στην ευτυχία, φωνές που σε σπρώχνουν στην ομορφιά, αγγίγματα που σε ξεγελούν. Κι αναμνήσεις χωράνε κάπου εκεί, στριμώχνονται με δυσκολία, έτσι που πια φτάνει ο καιρός που δε θυμάσαι. Έρχεται η ώρα που σκοτώνεις τον ένα εαυτό σου. Δεν είναι καλύτερα, είναι όμως σίγουρα κάπως πιο εύκολα έτσι. Φτιάχνεις ένα καινούριο εσύ. Φυτέυεις λουλούδια στο χιόνι κι αποφασίζεις ότι μπορείς να αναπνέεις και να ζεις χωρίς όσα κρατούσες.

Ανέβηκα στο σπίτι. Ζαλίστηκα κάπως με τα πάνω κάτω.

Τα σχήματα είναι ίδια θα μου πεις. Επαναλαμβάνομενα. Μορφές κοινές. Λόγια παρόμοια. Ανασφάλειες ίδιες. Μα τώρα ξέρεις τι να περιμένεις. Το ίδιο τέλος. Την ίδια εξέλιξη. Τα ίδια μονοπάτια θα σε οδηγήσουν εκεί που είσαι σήμερα. Ένας κύκλος. Αυτά που σου είπα απ’ την αρχή, ξέρεις πως ήταν όλα αλήθεια. Τα είδα να συμβαίνουν πριν συμβούν. Το ήξερες νομίζω κι εσύ μα δε σε ένοιαξε και τόσο. Υπήρχαν άλλα πιο σημαντικά. Και τώρα που τα ζεις και τα φοβάσαι, με φοβάσαι πιο πολύ απ’ ότι πριν. Λύπαμαι αλήθεια. Λυπάμαι, γιατί ξέρω ότι γνωρίζεις πως τίποτα δε θα αλλάξει.

Διάβασα χθες στην εφημερίδα πως εγίνες ήρωας. Την ακούμπησα στο πλάι του καναπέ κι ήταν σα να διάβασα για κάποιον άλλο. Α ξέχασα να σου πω. Δε θυμάμαι να είχα ποτέ αγαπημένο γλυκό.

3.2.11



Σκιές. Το παρελθόν υπάρχει. Κι ας μη το βλέπεις. Το παρόν ζει. Κι ας μη το κοιτάς. Και το ψυγείο αυτές τις μέρες είναι άδειο ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει. Μια ιδέα κι αυτή. Το μέλλον μια ακόμα. Τα όρια κι οι αλήθειες – ξερείς- είναι σχεδόν πάντα δυσδιάκριτα. Πώς γίνεται να θέλεις ένα τίποτα λιγότερο όμορφο από μένα; Κάτι περισσότερο μισό; Δεν μπορώ να σκέφτομαι ανθρώπους που δε γνωρίζω. Πώς μοιάζουν, τι απαιτούν, γιατί μου φανερώνονται. Δεν έχω χρόνο για αυτούς. Δεν υπάρχει χρόνος, θες δε θες.

Εγώ επιλέγω που κοιτούν τα ματιά μου. Έτσι μονάχα πρέπει να συμβαίνει. Όμως τόσες φόρες νιώθω πως με κατηγορώ, γιατί νομίζω ότι φταίω. Κι ύστερα έρχεται η Αλίκη και ψιθυρίζει στο αυτί μου όλες τις λέξεις που φοβάμαι να μου πω. Όχι, δε φταίω. Κι ούτε χρειάζεται να απολογούμαι για πράγματα που δε με νοιάζουν, κι ούτε να ψάχνω τις κρυμμένες σκιές κάτω απ’ το κρεβάτι. Το ψυγείο είναι άδειο στο είπα; Κι η απλώστρα έσπασε απ’ τον αέρα. Την έφτιαξα μετά από δυο μέρες. Δε μπορούσα να κάνω αλλιώς. Δανείστηκα ένα κατσαβίδι. Οι ρίγες στην κουρτίνα με ζαλίζουν κάπως τελευταία και τα ονείρα μου με ζαλίζουν κι αυτά. Τα όνειρα μου μοιάζουν ίδια. Είναι που έχω πια εμμόνες. Όμως δε θέλω άλλα ψέμματα. Με εκνευρίζουν οι ανόητες ελεύσεις. Οι άνθρωποι που υπάρχουν απλά για να ενοχλούν. Γυρίζουν γύρω γύρω και επανέρχονται κράτωντας τόσα τίποτα. Σκουπίζουν το παρελθόν τους και ρίχνουν όλη τη σκόνη στα μάτια μας. Μορφές τσαλακώμενες που επιμένουν να ισιώνουν την όψη τους. Όμως δε ξέρουν. Είναι τόσο μικροί που δε γνώριζουν.

Δεν μπορείς να κλέψεις τίποτα που δεν έχεις. Είναι μια μάχη χωρίς σκόπο. Κανένα μαγικό εργαλείο δε μπορεί να το άλλαξει. Δεν αρκούν τα πλάνα, όσο καλά κι αν τα σχεδιάσεις. Δεν φτάνουν τα παιχνίδια, όσο νικηφόρα και να παίξεις. Δεν επαρκούν τέτοιοι ιστοί. Κανέναν δε μπορούν να παγιδεύσουν παρά μονάχα εσένα τον ίδιο.

16.1.11


Η ζωή στο τετράγωνο σαλόνι. Ανάμεσα σε τοίχους. Γκρι, μπλε, κόκκινους, ροζ. Κατασκευάσμενες ουτοπίες. Με παρασύρω, με διασύρω και με παρηγορώ. Το σαλόνι εμείς κι ο άνεμος να θέλει να μολύνει τη μουσική που τείνει στην ευτυχία. Είναι και κάτι ηλίθια πουλιά -με περιστέρια μοιάζουν- που κάνουν κάτι απέραντα ενοχλητικούς θορύβους. Σα να τους στέλνει κάποιος να μας καταδιώξουν, να μας μουτζουρώσουν με γκρίζο μελάνι και να τραβήξουν χιαστή γραμμές στα πρόσωπα μας. Ίσως έτσι να μας εκδικηθούν. Κι η εκδίκηση; Υπάρχει; Κι αν υπάρχει, ολοκληρώνεται ποτέ; Ζει για πάντα η επιθυμία γι’ αυτήν; Ζει, δε ζει, δε χρειάζεται. Μην εξετάσεις αυτή τη πιθάνοτητα.

Καθίσαμε μπροστά στο τζάκι και κάψαμε όλα τα ξένα φρούτα. Σωστή ακολουθία κραυγών. Πως τόλμησα ν’ αφήσω τέτοια φωτιά; Πώς τόλμησα να άλλαξω το χρώμα της; Το χρώμα της φωτιάς είναι μια σταθερά. Ακόμα κι η Αλίκη θα απορούσε μαζί μου αύτη τη φορά.

Και μέτα φύγαμε για το σύννεφο που κόψαμε στα δύο. Όλη τη μέρα περπατούσαμε και μέτρουσαμε τις πλάκες στο μικρό δρομάκι. 22, 44, 88. Χωρίς να πατάμε στους αρμούς. Ζωή κάπως τακτοποιημένη επιτέλους. Κι όμως δε με πείραζε. Στ’ αλήθεια δε με πείραζε να περπατάω στις γραμμές. Το παράδοξο της ζωής μου.

Κι ύστερα γυρίσαμε και πάλι. Μέτρησα τις ψηφίδες στον τοίχο του μπάνιου. Κι ήταν κάθεμια φωτογραφία μιας στίγμης. Μιας ζώης άλλης. Που ζήσαμε ή που δε ζήσαμε. Μιας ζωής διαφορετικής. Με πόδια δανεικά και με μυαλά κομματιασμένα. Έτσι που όλες οι αποχρώσεις να χρωματίζουν σχήματα παραίτησης - πάντα κύκλους, ποτέ τετράγωνα ή τρίγωνα. Δε διαλέξαμε ποτέ τίποτα τέτοιο. Όμως ο κόσμος είναι πάντα ίδιος. Οι άνθρωποι ζουν πάντα για έναν. Για ένα εγώ. Κι εγώ δε δίνω τίποτα. Καμιά σταγόνα, κανένα γράμμα από τις λέξεις μου. Ούτε καν τα σημειώματα στο ψυγείο δε δίνω, ουτέ απλές συναρτήσεις ευτυχίας.

Μη φοβάσαι. Πάντα γκρίνιαζω λίγο ξέρεις. Δεν είναι που φταις εσύ. Είναι που έτσι είμαι φτιαγμένη. Από κομμάτια μισού. Αγαπούσα ξέρεις από μικρή τη διαίρεση. Μια μυρωδιά μισή. Τη μυρίζεις; Αλήθεια είναι μισή. Δε λέω ψέματα εδώ και 3452 αιώνες. Απροσδιόριστα λίγη, σα γραμμή συγκεκομμένη, σα σιωπή με μουσικές τριγύρω. Ένα παζλ από σπείρες. Πως να βρεις την άκρη; Δεν είναι να βολεύεσαι με ευθείες και παράλληλες. Δεν είναι καν να το συζητάς. Χρειάζονται συμπτώσεις και όρια. Χρειάζονται λογισμοί και υπολογισμοί. Χρειάζονται σταθερές και συναρτήσεις και μεταβλητές. Χρειάζονται σειρές και πρόοδοι. Κι είναι απαραίτητες οι αφαίρεσεις. Αυτό θα πρέπει ίσως να θυμάσαι. Χρειάζονται πάντα αφαιρέσεις.