3.2.11



Σκιές. Το παρελθόν υπάρχει. Κι ας μη το βλέπεις. Το παρόν ζει. Κι ας μη το κοιτάς. Και το ψυγείο αυτές τις μέρες είναι άδειο ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει. Μια ιδέα κι αυτή. Το μέλλον μια ακόμα. Τα όρια κι οι αλήθειες – ξερείς- είναι σχεδόν πάντα δυσδιάκριτα. Πώς γίνεται να θέλεις ένα τίποτα λιγότερο όμορφο από μένα; Κάτι περισσότερο μισό; Δεν μπορώ να σκέφτομαι ανθρώπους που δε γνωρίζω. Πώς μοιάζουν, τι απαιτούν, γιατί μου φανερώνονται. Δεν έχω χρόνο για αυτούς. Δεν υπάρχει χρόνος, θες δε θες.

Εγώ επιλέγω που κοιτούν τα ματιά μου. Έτσι μονάχα πρέπει να συμβαίνει. Όμως τόσες φόρες νιώθω πως με κατηγορώ, γιατί νομίζω ότι φταίω. Κι ύστερα έρχεται η Αλίκη και ψιθυρίζει στο αυτί μου όλες τις λέξεις που φοβάμαι να μου πω. Όχι, δε φταίω. Κι ούτε χρειάζεται να απολογούμαι για πράγματα που δε με νοιάζουν, κι ούτε να ψάχνω τις κρυμμένες σκιές κάτω απ’ το κρεβάτι. Το ψυγείο είναι άδειο στο είπα; Κι η απλώστρα έσπασε απ’ τον αέρα. Την έφτιαξα μετά από δυο μέρες. Δε μπορούσα να κάνω αλλιώς. Δανείστηκα ένα κατσαβίδι. Οι ρίγες στην κουρτίνα με ζαλίζουν κάπως τελευταία και τα ονείρα μου με ζαλίζουν κι αυτά. Τα όνειρα μου μοιάζουν ίδια. Είναι που έχω πια εμμόνες. Όμως δε θέλω άλλα ψέμματα. Με εκνευρίζουν οι ανόητες ελεύσεις. Οι άνθρωποι που υπάρχουν απλά για να ενοχλούν. Γυρίζουν γύρω γύρω και επανέρχονται κράτωντας τόσα τίποτα. Σκουπίζουν το παρελθόν τους και ρίχνουν όλη τη σκόνη στα μάτια μας. Μορφές τσαλακώμενες που επιμένουν να ισιώνουν την όψη τους. Όμως δε ξέρουν. Είναι τόσο μικροί που δε γνώριζουν.

Δεν μπορείς να κλέψεις τίποτα που δεν έχεις. Είναι μια μάχη χωρίς σκόπο. Κανένα μαγικό εργαλείο δε μπορεί να το άλλαξει. Δεν αρκούν τα πλάνα, όσο καλά κι αν τα σχεδιάσεις. Δεν φτάνουν τα παιχνίδια, όσο νικηφόρα και να παίξεις. Δεν επαρκούν τέτοιοι ιστοί. Κανέναν δε μπορούν να παγιδεύσουν παρά μονάχα εσένα τον ίδιο.