7.3.11


Ευχές που δε τις εννοείς. Μακάρι να χιονίσει. Μαλακίες. Αποστειρωμένα χαμόγελα που κοιτάνε πάντα στο ίδιο σήμειο. Με το ίδιο βλέμμα για να μη σε προδώσουν. Όλοι μπορούν να σε ξεγελάσουν, ξέρεις. Όσοι αφήνουν κι όσοι δεν αφήνουν τα περασμένα βλέμματα, τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Τους αφήνεις μόνος σου να σε ξεγελούν.

Αναβοκατεβαίνω όλη τη μέρα τις σκάλες μήπως και καταλάβω τη βλακεία των ανθρώπων. Το ατέλειωτα ξεθωριασμένο δήθεν βάθος τους. Δε τους μπορώ. Δε τους καταλαβαίνω. Δεν αντέχω αυτή τη ματαίοδοξια. Το κυνήγι για το τίποτα που τους κάνει κάπως ευτυχείς.

Η πραγματικότητα δεν είναι 2 κουταλιές απ’ το αγαπημένο σου γλυκό. Ούτε η πρωτή γεφυρα απ’ το αγαπημένο σου κομμάτι. Η πραγματικότητα δεν έχει τίποτα αγαπημένο. Έχει ιδανικά, ερωτεύσιμα, κομμάτια που σε οδήγουν στην ευτυχία, φωνές που σε σπρώχνουν στην ομορφιά, αγγίγματα που σε ξεγελούν. Κι αναμνήσεις χωράνε κάπου εκεί, στριμώχνονται με δυσκολία, έτσι που πια φτάνει ο καιρός που δε θυμάσαι. Έρχεται η ώρα που σκοτώνεις τον ένα εαυτό σου. Δεν είναι καλύτερα, είναι όμως σίγουρα κάπως πιο εύκολα έτσι. Φτιάχνεις ένα καινούριο εσύ. Φυτέυεις λουλούδια στο χιόνι κι αποφασίζεις ότι μπορείς να αναπνέεις και να ζεις χωρίς όσα κρατούσες.

Ανέβηκα στο σπίτι. Ζαλίστηκα κάπως με τα πάνω κάτω.

Τα σχήματα είναι ίδια θα μου πεις. Επαναλαμβάνομενα. Μορφές κοινές. Λόγια παρόμοια. Ανασφάλειες ίδιες. Μα τώρα ξέρεις τι να περιμένεις. Το ίδιο τέλος. Την ίδια εξέλιξη. Τα ίδια μονοπάτια θα σε οδηγήσουν εκεί που είσαι σήμερα. Ένας κύκλος. Αυτά που σου είπα απ’ την αρχή, ξέρεις πως ήταν όλα αλήθεια. Τα είδα να συμβαίνουν πριν συμβούν. Το ήξερες νομίζω κι εσύ μα δε σε ένοιαξε και τόσο. Υπήρχαν άλλα πιο σημαντικά. Και τώρα που τα ζεις και τα φοβάσαι, με φοβάσαι πιο πολύ απ’ ότι πριν. Λύπαμαι αλήθεια. Λυπάμαι, γιατί ξέρω ότι γνωρίζεις πως τίποτα δε θα αλλάξει.

Διάβασα χθες στην εφημερίδα πως εγίνες ήρωας. Την ακούμπησα στο πλάι του καναπέ κι ήταν σα να διάβασα για κάποιον άλλο. Α ξέχασα να σου πω. Δε θυμάμαι να είχα ποτέ αγαπημένο γλυκό.