14.4.11


Ναι, ξέρετε, θα αλλάζουμε. Και δεν υπάρχουμε πια.
Συγχωρέστε με μα δε το διάλεξα εγώ. Γι’ αυτό μη μου το παίζετε θύματα και κλαίγεστε από δω κι από κει.

Κλειδώστε και κλείστε τις πόρτες σας και σας παρακαλώ και τα στόματα σας, γιατί μας ζάλισατε με όλα τα ψέμματα και τις αηδίες. Χορτάσαμε τίποτα και χρωματιστές γιρλάντες δήθεν ενδιαφέροντος που έγιναν κομματάκια για ενατρισεκατομμύριο πιο τίποτα απ’ το τίποτα.
Κι αν είστε ευτυχισμένοι –όπως τάχα λέτε- δε θα έπρεπε να σας φτάνει; Χαρείτε έτσι λίγο κι αφήστε τα δράματα σε άλλους. Να ξέρατε πόσο σας βαριέμαι.
Όταν διαλέγεις –ακούτε;- το ίχνος ενός μονοπατιού δεν έχει πίσω, δεν έχει όλα, δεν έχει αλλιώς. Έχει μόνο έτσι. Και το γνωρίζατε καλά. Μόνοι σας. Εσείς. Στα γκρίζα συννεφάκια σας, βρεγμένοι απ’ έξω κι από μέσα με τη βεβαιότητα της αδικιάς που υποστήκατε. Αλήθεια ήταν τέτοια; Πνιγμένοι από κάτω κι από δίπλα με την ελπίδα ότι θα κερδίσετε. Ποιός νοιάζεται άλλος από σας; Ποιός ζήτησε τείχη γύρω σας; Σκαλίστε τους θρόνους σας, πιείτε κρασί και ανάψτε όσα πιο πολλά κεράκια μπορείτε για να γιορτάσετε την ύπαρξη σας, γιατί όπου να ‘ναι θα βαρεθείτε να κολυμπάτε στα φανταστικά σας κύματα μαχών, σε πραγματικούς βυθούς γελοιότητας και σε θάλασσες προκαθορισμένων σεναρίων που δε σας βγήκαν όπως υπολογίζατε. Κρίμα πράγματι, θα μπορούσα ίσως και να σας λυπηθώ γι' αυτό.
Δε βαριέσαι. Δε θα υπολογίσατε καλά μάλλον, παρότι κάποιοι από σας ίσως ήταν μια κουκίδα πιο έξυπνοι. Μια κουκίδα στο κύκλο του μηδενικού.