18.9.11


Είχα, θυμάμαι, δύο πράσινες καρέκλες, πολλές φορές μισές. Καθόταν συνήθως πάνω κάποιος τίποτα χωρίς αιχμές, χωρίς στηρίγματα, σχεδόν ποτέ έτοιμος να τις γδάρει.
Δεν είχα, δε θυμάμαι, κουρέλια αυταπάρνησης και θραύσματα εγωισμού.

Υπήρχαμε θα πεις.

Ακροβατούσαμε σε λόφους συνηθειών, προπάντων μόνοι κι αβέβαια αρκετοί. Σχηματίζαμε λέξεις, αλλά δεν αρθρώναμε λόγια. Κατασκευασμένα άλλοι, ιδανικά σωστοί. Τεμαχισμένοι απ’ έξω κι από μέσα.

Εικόνες περίπλοκες, εικόνες αναγκαστικές και λίγες και μικρές και πάντα τετράγωνες. Κι ύστερα ήρθαν οι ακροβασίες του νου. Φυλακισμένοι πόθοι.

Μια γέφυρα έψαχνα πάντα.
Μα δε τη βρήκα.

Αύριο όλα θα μυρίζουν πάλι φράουλα.

3.9.11


 
Έραψα τα μάτια μου πάλι για να μη σε βλέπω. Φυλακίζομαι σε λίγο τίποτα κι είμαι καλύτερα έτσι. Να 'σαι πάλι. Μην πλησιάζεις. Δεν έχω άλλα κομμάτια να δώσω σε κανέναν. Δεν υπάρχει χρόνος στον ύπνο μου για σένα. Δεν υπάρχουν φίλοι χωρίς ροζ κορδέλες. Και δεν υπάρχουν ροζ κορδέλες ξέρεις πια. 
Άνοιξε τα αυτιά σου και άκουσε με. Δε σε χρειάζομαι. Μπορώ και ξαναμπορώ και 1024 φορές μπορώ έτσι που είμαι. Δε με κόβω άλλα 24 κομμάτια. Κατάλαβε με και άσε με χωρίς θρόνο και στέμμα αύτη τη φορά.
Έζησα 543,2 ζωές μήπως καμιά φορά μπορέσω να ζήσω στ’ αλήθεια. Με σκότωσα τις περισσότερες. Σε σκότωσα και σένα στον ύπνο σου. Έβαλα φωτιά στα χέρια μου και δεν ήμουν εγώ. Θα με σκοτώσω άλλες τόσες, φτάνει να μη γίνω ποτέ εγώ.
Δεν ερωτεύομαι άλλο. Δε μπορώ να ανασάνω πια με τόσα λάθη αναποδογυρισμένα στο καλάθι με τα άπλυτα. Δεν κοροϊδεύω άλλο. Είμαι δεν είμαι εγώ. Εδώ, δεν είμαι εγώ. Εκεί δεν είμαι εγώ. Κι εγώ δεν είμαι ότι μπορώ, ούτε κι ότι θέλω να γίνω.
Είμαι πια 8 δίπλα στο 2 και δε ξέρω πως μοιάζουν οι βιολέτες. Ούτε γιατί τις λένε έτσι, ούτε αν ταιριάζουν με τις φράουλες μου, ούτε κι αν χωράνε στα χέρια σου. Αν χωράνε φέρε μου τρεις. Μία για κάθε φόρα που θα σε γνωρίσω από την αρχή. Θα θυμάμαι τα χέρια σου καλύτερα έτσι.
Ξέρεις, λέω να ξαναγεννηθώ αύριο.
Ναι, θα ξαναγεννηθώ. Αυτή τη φορά θα καθίσω στο σύννεφο μου και δε θα γνωρίσω ποτέ τίποτα και κανέναν κι έτσι δε θα ζητήσω ποτέ τίποτα και κανέναν. Θα φοβάμαι λίγο μόνη μου, αλλά σίγουρα θα είναι καλύτερα απ’ το να φοβάμαι το «μημείνωμόνημου». Θα τρώω φράουλες με τα πόδια και θα πίνω χυμό ρούμι με τα χέρια μου.  Θα κλείνω τα μάτια και θα πετάγομαι στη θάλασσα, θα πλατσουρίζω με 2 χταπόδια και όταν αρχίζουν να με αγγίζουν θα γυρίζω πίσω στο σύννεφο μου. Θα μιλάω πολύ, θα φτιάχνω δικές μου λέξεις, θα κλαίω συνέχεια χωρίς να ντρέπομαι. Κι όταν έρθει ο χειμώνας θα τρώω πατατάκια ευτυχίας μέσα στο χιόνι.
Και σίγουρα δε θα κοιμάμαι. Είναι επικίνδυνο ξέρεις να κοιμάσαι. Μπορεί να μη ξυπνήσεις ποτέ.