18.9.11


Είχα, θυμάμαι, δύο πράσινες καρέκλες, πολλές φορές μισές. Καθόταν συνήθως πάνω κάποιος τίποτα χωρίς αιχμές, χωρίς στηρίγματα, σχεδόν ποτέ έτοιμος να τις γδάρει.
Δεν είχα, δε θυμάμαι, κουρέλια αυταπάρνησης και θραύσματα εγωισμού.

Υπήρχαμε θα πεις.

Ακροβατούσαμε σε λόφους συνηθειών, προπάντων μόνοι κι αβέβαια αρκετοί. Σχηματίζαμε λέξεις, αλλά δεν αρθρώναμε λόγια. Κατασκευασμένα άλλοι, ιδανικά σωστοί. Τεμαχισμένοι απ’ έξω κι από μέσα.

Εικόνες περίπλοκες, εικόνες αναγκαστικές και λίγες και μικρές και πάντα τετράγωνες. Κι ύστερα ήρθαν οι ακροβασίες του νου. Φυλακισμένοι πόθοι.

Μια γέφυρα έψαχνα πάντα.
Μα δε τη βρήκα.

Αύριο όλα θα μυρίζουν πάλι φράουλα.