30.12.11


Κατερίνα Γώγου, "Θα ρθεί καιρός"

"Θα ρθεί καιρός που θα αλλάξουν τα πράγματα. 
Να το θυμάσαι Μαρία. 
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι 
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη 
-μη βλέπεις εμένα- μην κλαις. Εσύ εισ' η ελπίδα.
 
Άκου θάρθει καιρός 
που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς 
δε θα βγαίνουν στην τύχη 
Δε θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές 
με γερμένους απέξω
 
Και τη δουλειά 
θα τη διαλέγουμε 
δε θα μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια. 
Οι άνθρωποι -σκέψου!- θα μιλάνε με χρώματα 
κι άλλοι με νότες.  

Να φυλάξεις μονάχα 
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό 
λέξεις και έννοιες σαν και αυτές 
απροσάρμοστοι-καταπίεση-μοναξιά-τιμή-κέρδος-εξευτελισμός 
για το μάθημα της ιστορίας. 

Είναι Μαρία -δε θέλω να λέω ψέματα- δύσκολοι καιροί. 
Και θα ρθούνε κι άλλοι. 
Δεν ξέρω -μην περιμένεις και από μένα πολλά- 
τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω 
κι απ' όσα διάβασα ένα κρατάω μόνο: 
"Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος".

Θα την αλλάξουμε τη ζωή! 
Παρ' όλα αυτά Μαρία." 

Ξεθάβω ευχές μέρες τώρα, αλλά δεν υπάρχουν αρκετές. Η ελπίδα όμως πάντα φτάνει για όλους μας.

15.12.11


photo: Waiting by ~TexasCutie93

Περίεργο να ξύνουν τις πολύχρωμες σταγόνες μέσα σου άνθρωποι που σχεδόν δε γνωρίζεις, με συλλαβές που ισορροπούν - δεν ισορροπούν στο κεφάλι σου.

Κάτι τέτοιες φορές νομίζω πως δε χρειάζεται να χτίζεις καινούριες λέξεις για να λες όλα τα ευχαριστώ που βουίζουν στ’ αυτιά σου, ούτε και να χαρίζεις ουράνια τόξα από παράλληλες πραγματικότητες.

Να ξέρεις πάντως πως κάποτε θα με κόψω κομματάκια, θα κοιμηθώ για ώρες κι όταν ανοίξω τα μάτια μου θα έχω γίνει χίλιες άγριες φράουλες μαζί. Προς το παρόν μετράω αντίστροφα μέχρι να έρθει το καλοκαίρι και παραμένω μία και μάλλον μεταλλαγμένη. Όμορφα είναι κι έτσι. Δε νομίζεις;

11.12.11



Παπούτσια βρεγμένα από δισεκατομμύρια σταγόνες μικροπρέπειας. Τα βγάζεις και τα πετάς. Καλύτερα να τρέχεις ξυπόλητος, ξέρεις, μερικές φορές. Άλλες πάλι καλύτερα να μην τρέχεις καθόλου.

Άνθρωποι για πέταμα λες εσύ. Άνθρωποι χωρίς δικές τους συλλαβές λέω εγώ. 

Ποιος ξέρει; Νομίζω πάντως πως σ’ ευχαριστώ που δε μ’ αφήνεις να μεταφράσω τις λέξεις σου. Δε με πειράζει. Μου ψιθυρίζω μόνο ξανά και ξανά λόγια που ξεχύνονται απ’ το κεφάλι μου χρόνια τώρα.

Κάποτε όταν μάθουμε να ζούμε πραγματικά και πολύ δε θα χρειαζόμαστε πολύχρωμα φωτάκια που αναβοσβήνουν για να γίνουμε ευτυχισμένοι. Θα κλείνουμε τα ματιά και θα έχουμε όλες τις ευτυχίες του κόσμου στη θέση τους.

4.12.11



Κάπου κοντά στην άκρη του χρόνου. Λευκό δωμάτιο. 6 επί 7 το πολύ. Μηχανήματα που κάνουν ντουπ ντουπ και σωληνάκια γεμάτα ελπίδαεπί2. Βλέπεις τους τοίχους παραδομένους σε τέσσερα δισεκατομμύρια χρώματα απ’ τους ανθρώπους που διάλεξαν να μείνουν; Μόνοι τους; Με βοήθεια; Τι σημασία έχει; Φτάνει σχεδόν να τους βλέπεις κι εσύ.
Είναι δύσκολο να σε ανοίγουν και να σε κλείνουν, να σε κόβουν και να σε ράβουν κι εσύ να μένεις ίδιος. Να πρέπει να παραμένεις αρκετός. Οι γύρω όσο και να προσπαθούν ποτέ δε φτάνουν, γιατί φοβούνται πιο πολύ.
Κάτι τέτοιες στιγμές απαγορεύεται να μη ξεφλουδίζεις την ευτυχία για μια μέρα ακόμα. Απαγορεύεται να μην ανοίξεις όλες τις πόρτες της για ακόμα μία φορά και για μία μετά από αυτή. Μέχρι να γίνει πάλι απαραίτητη.