29.1.12

Τι θες; Φωτιές.
Κι εγώ; Σιωπές. Αναπνοές. Λίγα ψιθυρίσματα ακόμα.
Τώρα τι θες; Αποστάσεις.
Κι εγώ; Διλήμματα, μετά παύσεις κι ύστερα μπρος και πίσω και πάλι απ’ την αρχή.

Περίμενα για χρόνια. Περπάτησα πολύ μήπως αλλάξω. Διέσχισα δρόμους και έκοψα όλους τους ομφάλιους λώρους που με έδεναν με τα ανάποδα του μυαλού μου. Ένωνα κάθε βράδυ τις τελείες από εδώ μέχρι εκεί, μα όταν ξημέρωνε όλα ήταν πάλι στη θέση τους και πάντα κανονικά. Δεν έχει χώρο εδώ –θυμάσαι;- για πράγματα και βλέμματα κανονικά. 
Όλα τα βράδια μέσα μου μεγάλωνε μια όχι κανονική φράουλα κι ούτε που το ‘χα καταλάβει. Παραμεγάλωσε μου είπαν και τώρα πρέπει να την ξεριζώσω κι ύστερα να την πετάξω. Δε με νοιάζει τι λένε. Εγώ θα την κρύψω, θα τη βάλω στο τσουβάλι μου, θα φτιάξω πάλι συναρτήσεις και θα πειράξω όλες τις πιθανότητες. Τόσα χρόνια βουτηγμένη σε αριθμούς και τυχαίες μεταβλητές και κατανομές, ξέρω πως έτσι κι αλλιώς ότι κι αν βγει δε φτάνει για να μας μεταμορφώσει σε εγώ βουτηγμένα σε παραμύθια.

Άλλαξες; Φωτογραφίζεις δρόμους και φωνές και αμέτρητα ένα που τρέμουν μήπως κοπούν στα δύο και ποτέ δε σκέφτεσαι πως ίσως να μη μπορούν.
Άλλαξα; Ζωγραφίζω ακόμα θρόνους και στέμματα και μισά που φοβούνται να γίνουν ένα και ποτέ δε σκέφτομαι ότι μπορεί να μη θέλουν.

Τώρα; Κόβω τα αυτιά μου και τα ταΐζω στα ψάρια. Να μην ακούσω. Ποτέ να μην ακούμε. Να μη μιλάμε. Προπάντων να μη νιώθουμε. Να κλειδωθούμε καλά μέσα στα συρτάρια και να μη τ’ ανοίξουμε ποτέ.  

Κι οξυγόνο; Όχι, δε χρειαζόμαστε. Μας έμαθαν να νομίζουμε πως θα το βρούμε κάπου αλλού. Βλέπεις; Χρειάζονται πολλά θαύματα ακόμα για να σωθούμε.