17.7.12


Ξεκίνησα με τα πόδια. Νύχτωνε, δε νύχτωνε θα έφτανα εκεί.
Βρήκα χέρια να με σπρώξουν και πόδια δανεικά να περπατήσουν μαζί μου.
Αέρηδες στα μαλλιά μας, φώτα στα μάτια μας.
Ζωές αλλιώτικες από τις δικές μας.
Τίποτα ακριβοπληρωμένο και φθαρτό. Ελάχιστα τα λίγα, απειροελάχιστα τα μισά.
Χωρίς πολλές πολλές κορδέλες. Δίχως άσκοπα αγκαλιάσματα.
Μας άγγιξε η πρώτη αλμυρή σταγόνα.
Ήταν κοντά στο καφενείο του κόσμου. 
Δυο θάλασσες πιο πέρα και τρία νησάκια πιο μακρυά.
Δε βρήκες το δρόμο ακόμα;

4.7.12

Kids of today by *eXcer
"Τώρα ο ήλιος έχει χτίσει ένα γιοφύρι πάνου από τη μεγάλη ρεματιά που δεν μπορούσαμε -θυμάσαι;- να την πηδήξουμε σαν ήμαστε παιδιά και μέναμε στην άκρη λυπημένοι κοιτάζοντας τα θεόρατα δέντρα του άλλου βουνού με τα πιο παράξενα πολύχρωμα πουλιά και με τα πιο παράξενα λουλούδια που μοιάζανε με σάλπιγγες αγγέλων. Πώς να περάσεις τούτο το γιοφύρι; Πώς να περπατήσεις πάνω στο φώς; Κάθεσαι κάτου απ' το παλιό πλάτανι μας και κλαις. Εγώ σου τραγουδάω με τη σιωπή και δε μ' ακούς. Ακούς το κλάμα σου και κλαις, μα εγώ, Ρηνούλα, δεν μπορώ να κλάψω. Συχώρεσέ με που δεν κλαίω. Εκείνος που 'μαθε να τραγουδάει ξέχασε να κλαίει."

Δε μεγαλώσαμε ποτέ στ' αλήθεια. Ψάχναμε το χαμένο γαλαξία κι όλους τους θησαυρούς του. Πολύχρωμα λουλούδια, καινούρια χρώματα, δύσκολα παιχνίδια που θα ήταν φτιαγμένα μόνο για μας. Μέσα σε δέντρα, κάτω από θάλασσες, δίπλα απ' τα μαξιλάρια μας. Νομίσαμε για μια στιγμή που κράτησε αιώνες πως ήμασταν ικανοί για τα πάντα. 

Τι σημασία έχει αν δε τελικά τα βρήκαμε; Είμαστε εδώ μισοί, μικροί, κομματιασμένοι και προσπαθούμε ακόμα. Ασθενικοί ή δυνατότεροι, πιο έξυπνοι ή πιο κουτοί, πάντα πάντως μόνοι αναζητούμε τα ίδια ψιθυρίσματα. Έναν άλλο κόσμο κάπως καλύτερο από τον δικό μας.

"Μα δεν υπάρχει" ουρλιάζει μέσα μας μια φωνή κάπως γνώριμη.
Αντέχεις τέτοια κυνικότητα; Ούτε κι εγώ.