17.7.12


Ξεκίνησα με τα πόδια. Νύχτωνε, δε νύχτωνε θα έφτανα εκεί.
Βρήκα χέρια να με σπρώξουν και πόδια δανεικά να περπατήσουν μαζί μου.
Αέρηδες στα μαλλιά μας, φώτα στα μάτια μας.
Ζωές αλλιώτικες από τις δικές μας.
Τίποτα ακριβοπληρωμένο και φθαρτό. Ελάχιστα τα λίγα, απειροελάχιστα τα μισά.
Χωρίς πολλές πολλές κορδέλες. Δίχως άσκοπα αγκαλιάσματα.
Μας άγγιξε η πρώτη αλμυρή σταγόνα.
Ήταν κοντά στο καφενείο του κόσμου. 
Δυο θάλασσες πιο πέρα και τρία νησάκια πιο μακρυά.
Δε βρήκες το δρόμο ακόμα;