14.10.12



photo: brainwash
Σελίδα 243: “Η οθόνη της τηλεόρασης δείχνει μία τηλεοπτική συσκευή που περιέχει μίαν άλλη τηλεοπτική συσκευή μέσα στην οποία υπάρχει μία τηλεοπτική συσκευή”
 
Ακροβάτες της παραφωνίας. Ψεύτικες πραγματικότητες. Στις οθόνες, στα χαρτιά και έπειτα λέξεις η μία δίπλα στην άλλη που δεν ακούει κανείς, χειρότερα κι από γράμματα βαλμένα στη σωστή σειρά. Δε τα μέτρησαμε σωστά ούτε αυτή τη φορά. Χέσε και τις φράουλες. Χέστα όλα. Κύκλους κάναμε και βρεθήκαμε πάλι μπροστά στην αλήθεια που δεν τολμούσαμε να δούμε. Σελίδα 107: “πεθαίνοντας μαθαίνεις”. Πάντα λίγος και υποκριτικός ήταν ο κόσμος μας. 

Τρίζουν οι ίνες του μυαλού μας από τόσο χαμένο χρόνο. Από τόσο χρόνο χαμένο αν προτιμάς μιας και βουλιάξαμε στα εύηχα. Μαθηματική η ακρίβεια προς την υποτέλεια. Ξεθωριασμένα θεατρινίστικα όχι. Μπορούμε –μήπως μας ρώτησε ποτέ κανείς; Φαίνεται δε μπορούμε. Αληγορίες βουτηγμένες στα σκατά λες κι εσύ. Εμείς υπήρχαμε για να διαβάζουμε ποιήματα και να φτιάχνουμε ιστορίες όπου οι ήρωες κέρδιζαν στο τέλος, μα εσύ είχες ήδη την πραγματικότητα και δεν χρειαζόσουν παραμύθια. 

Σάπιζαν όμως και οι ρεαλισμοί κάποιες φορές. Ανάποδες σκέψεις. Στριμωγμένες λέξεις. Φταίει που χάναμε τον ήλιο κι οι άλλοι (όχι εμείς –ποτέ εμείς, εμείς γεννηθήκαμε δυνατοί) αυτοκτονούσαν κάθε μέρα και έπρεπε κάπου να στηριχτείς. Έφτιαξες κι εσύ τελικά το μικρό σου μύθο. 

Στις στέγες κάθονταν 3 μικρά λευκά κουρέλια. Αχνές σκιές, κουρασμένα τα λόγια τους. Σοφά θα τα λεγε κανείς και πάντα όμορφα. Δε ζήτησαν πολλά χρώματα ούτε κι ώραια σώματα να τα φορέσουν. Γνώριζαν πάντα πως δεν ήρθανε γι’ αυτό. Τα συναντήσαμε κι εμείς κάποιες φορές στη διασταύρωση των δρόμων. Μας έλουσαν με λέξεις που δεν γνώριζε ο άλλος κόσμος. Αλληλεγγύη, ανθρωπιά, κατανόηση, δικαιοσύνη, αλήθεια, ελπίδα, προορισμός.  Ούρλιαζαν πως γύρω μας ο κόσμος πια δε ζει. Πεθαίνει. Πεθαίνει από φόβο. Πεθαίνει από σιωπή, από ανία κι ανοχή. Πεθαίνει γιατί δε ζητάει. Πεθαίνει γιατί δε μιλάει, γιατί δέχεται, γιατί ξεχνάει. Πεθαίνει γιατί τον έπεισαν πως φταίει κι ας μη φταίει. Πεθαίνει και δεν αμφισβητεί, πεθαίνει και δεν απομυθοποιεί. Πεθαίνει και δεν αλλάζει. Και τα ουρλιαχτά τους έσβησαν αυτόν τον κόσμο. 

Δεν άρεσε σε κάποιον λουσμένο στη μιζέρια η ιστορία σου. Δεν είχες δικαίωμα να ονειρεύεσαι. Απαγορεύονταν οι ουτοπίες. Ήρθαν και σου έκοψαν τη γλώσσα. Ήταν πανεύκολο γι’ αυτούς. Τους είχαν αφήσει τόσοι και τόσοι πριν. Είχαν την εξουσία. 

Σελίδα 340: “Σταματήστε τον κόσμο θέλω να κατέβω”